Αλησμόνητο παιδικό θέρος

Αλησμόνητο παιδικό θέρος

Άλλο ένα καλοκαίρι απροσδιόριστης χρονιάς. Πόδια γυμνά, ηλιοκαμένα, από το αλάτι μισοφαγωμένα πάνω στο λευκό, κρύο πλακάκι. Μαγιό νωπό από τις ατελείωτες ανακαλύψεις μας στον απύθμενο βυθό και η μυρωδιά από τα κεφτεδάκια της με το δυόσμο μου τρυπάει τα ρουθούνια. Πάει να με αγκαλιάσει και τραβιέμαι. «Μη θα σε βρέξω» λέω. Με αρπάζει και μου σκάει ένα φιλί από αυτά τα σβουριχτά τα δικά της, τα αυθαίρετα και η μόνη της έγνοια είναι μην κρυώσει το φαΐ. Τη ρωτάω αν το σημάδι από την καλοκαιρινή μου στολή λευκότερο μέρα με τη μέρα μοιάζει και έτσι ξεγελάμε παρέα το χρόνο που κάθε στιγμή λιγοστεύει.

Δεν ξέρω πώς, αλλά τα παιδικά μας καλοκαίρια έχουν τον τρόπο τους να ζωντανεύουν ξανά και ξανά μέσα μας. Λες και συνέχισαν να ξετυλίγονται μετά το πέρας της στιγμής. Λες και δεν τελείωσαν ποτέ τους, απλά με τα χρόνια μάθαμε να τα βάζουμε για ύπνο. Η ανάμνηση του πιο αληθινού μας εαυτού, οι ανέμελες βουτιές μας στη θάλασσα και οι μικρές, καθημερινές κουβέντες με τα αγαπημένα μας πρόσωπα έχουν σφραγίσει ανεπανάληπτα το χρόνο. «Και μόνο μια στιγμή βαθιά αν την συλλάβεις, γεμίζεις αιώνες» είπε κάποτε ο Ρίτσος και μάλλον εκείνη την περίοδο της ζωής μας ξέραμε να ρουφάμε σαν σφουγγάρια τα λεπτά που περνούσαν.

Όσα νέα καλοκαίρια και αν έρθουν να προστεθούν στα παλιά, η αίσθηση του παιδικού μας θέρους είναι πάντα εκεί. Μία υπενθύμιση ότι κάποτε μπορέσαμε να σπάσουμε το φράγμα του χρόνου, που όλα τα παρασέρνει και γρήγορα στη λησμονιά τα οδηγεί. Μία υπενθύμιση ότι το μικρό παιδί του εαυτού μας κάπου βαθιά ζει ακόμη.

Πλέον δεν μπορώ να γυρίσω στην εποχή της λύπης του λιωμένου παγωτού
Όμως μπορώ ακόμα να αναγνωρίσω τη μυρωδιά του.

Κάθε φορά που πλησιάζω στα ίδια μέρη
σαν να ακούω τα δικά μας τα γέλια στα αυτιά μου να αντηχούν.
Τώρα άλλα παιδιά παίρνουν την μορφή μας,
περπατούν πάνω από τα βήματά μας,
με φορά κόντρα στα κύματα πηγαίνουν.
Μετράνε πόσες φορές μπαίνουν στη θάλασσα,
με πόσα παγωτά ξορκίζουν τη ζέστη.
Οι μελανιές στα πόδια τους παράσημα
φαντάζουν,
οι μέρες δεν έχουν πλέον όνομα.

Σήμερα είμαι μία άλλη
Όμως τι είδους άλλη θα ήμουν αν δεν είχα ζήσει αυτές τις στιγμές;
Αν δεν είχα δοκιμάσει τα κεφτεδάκια της γιαγιάς, πώς θα μπορούσα να μιλήσω για νόστιμο φαγητό;
Αν δεν είχα κυκλοφορήσει με σκουλαρίκια-κεράσια στα αυτιά, πώς θα μπορούσα να μιλήσω για στυλ;
Αν δεν είχα σεργιανίσει ξυπόλυτη κάθε σπιθαμή του σπιτιού, πώς θα μπορούσα να μιλήσω για ελευθερία;
Τότε δεν το καταλαβαίναμε όμως μέσα από αυτές τις μικρές, παιδικές συνήθειες σιγά σιγά ανακαλύπταμε τον κόσμο.

Είμαι από τους τυχερούς που ακόμη μπορώ να χωθώ στην αγκαλιά των αγαπημένων μου προσώπων
και ξανά παιδί για μια στιγμή να νιώσω.
Στην αγκαλιά αυτών των προσώπων που ασυνείδητα μου άνοιξαν απλόχερα τα παράθυρα του κόσμου.
Μα και όταν πια δεν θα μπορώ -γιατί είπαμε πως πλέον δυστυχώς δεν έχουμε τη δύναμη να σταματήσουμε τη κλεψύδρα του χρόνου-
θα τους κουβαλάω για πάντα μέσα μου.
Κάθε καλοκαίρι μέσα από τις συνήθειες που αυτοί με έμαθαν να αγαπώ
Μαζί μου θα τους παίρνω.

Μέσα από τα μακροβούτια μου
Οξυγόνο θα τους δίνω
Και τα λουλούδια στη πλεξούδα μου θα έχουν το άρωμά τους.
Στη δαγκωμένη φέτα του καρπουζιού εγώ θα βλέπω το χαμόγελό τους και στα τραγούδια που χορεύαμε μαζί θα νιώθω τη μορφή τους.

Γιατί οι άνθρωποι που καθόρισαν τις ψυχές μας έχουν τον τρόπο τους να φωλιάζουν μια για πάντα στις ζωές μας.

Και οι πιο αληθινές μας στιγμές έχουν τη δύναμη να προσπερνάνε τη φθορά.

+ posts

Ονομάζομαι Κωνσταντίνα Τσέλιου και σπουδάζω στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο ΕΚΠΑ. Διαβάζω βιβλία, αγαπάω τη μουσική και παίζω κιθάρα. Έχω μία ιδιαίτερη αγάπη προς τη λογοτεχνία και την ποίηση ενώ ανέκαθεν το γράψιμο ήταν η διέξοδός μου. Πιστεύω στην ομορφιά αυτού εδώ του κόσμου και κυρίως στη δύναμη που διαθέτουμε για να τον κάνουμε καλύτερο!