Αλλαγή νοοτροπίας

Αλλαγή νοοτροπίας

*Του Στέφανου Φραγκόπουλου, εξωτερικού μας συνεργάτη, τελειόφοιτου του Τμήματος Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης του Πανεπιστημίου Αθηνών

Το αποτέλεσμα των τελευταίων γαλλικών εκλογών δημιούργησε πέραν πάσης αμφιβολίας ανακούφιση σε μεγάλο μέρος του ευρωπαϊκού πολιτικού προσωπικού. Οι εκτιμήσεις επιβεβαιώθηκαν και ο Emmanuel Macron εξασφάλισε την επανεκλογή του με 58,5% των ψήφων έναντι 41,5% που κατάφερε να αποσπάσει η αντίπαλός του, Marine Le Pen. Τα δύσκολα όμως για τον Γάλλο Πρόεδρο μόλις ξεκίνησαν. Τον Ιούνιο θα λάβουν χώρα οι βουλευτικές εκλογές, όπου θα αναδειχθούν οι αντιπρόσωποι του λαού στην Εθνοσυνέλευση. Αν λάβουμε υπόψη μας τα ποσοστά του πρώτου γύρου, η διατήρηση της απόλυτης πλειοψηφίας στην Εθνοσυνέλευση από το κόμμα του Μακρόν δεν είναι πολύ πιθανό σενάριο. Η ακροδεξιά -που συσπειρώθηκε στην υποψηφιότητα της Le Pen στον δεύτερο γύρο- συγκέντρωσε 41,5%, νούμερο ιδιαίτερα υψηλό, που και χαμηλότερο να είναι μετά τις βουλευτικές εκλογές, αποτελεί οπωσδήποτε ένα συμπαγές “μπλοκ” που δύσκολα θα συνεργαστεί με τον Macron ή θα στηρίξει κάποια πρωτοβουλία του.

Περισσότερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η σύνθεση των ψηφοφόρων του Macron. Στον πρώτο γύρο συγκέντρωσε το 27,84% των ψήφων, ενώ στον δεύτερο το ποσοστό της αποχής (28%, το υψηλότερο των τελευταίων 50 ετών) καταδεικνύει πως η στήριξή του από αριστερίζοντες ψηφοφόρους ως ανάχωμα σε ενδεχόμενη κατάληψη της εξουσίας από την ακροδεξιά δεν υπήρξε τόσο εκτεταμένη-μαζική όπως το 2017. Ίσα-ίσα, εξ αριστερών πραγματοποιούνται ζυμώσεις μεταξύ του κόμματος του Melenchon (21,95% των ψήφων στον πρώτο γύρο), των κομμουνιστών και των σοσιαλιστών για κοινή κάθοδο στις βουλευτικές εκλογές. Ενδέχεται δηλαδή να σχηματιστεί ένας δεύτερος συνασπισμός δυνάμεων, αριστερής ιδεολογίας, που θα δυσχεράνει ακόμη περισσότερο την άσκηση διακυβέρνησης από τον Macron. Θα έχουμε μετά από αρκετά έτη το φαινόμενο της “συγκατοίκησης” (cohabitation), δηλαδή Πρόεδρο και Πρωθυπουργό από διαφορετικές πολιτικές παρατάξεις. Είτε εκλεγεί Πρωθυπουργός της ακροδεξιάς είτε της αριστεράς, οι θέσεις αμφοτέρων των σχηματισμών είναι αρκετά ασύμβατες με εκείνες του Macron (οι της ακροδεξιάς για ταυτοτικά ζητήματα και ζητήματα δικαιωμάτων, ενώ της αριστεράς για κρατικοποιήσεις και έξοδο από το ΝΑΤΟ). Ο Macron μπορεί να έκανε “δεξιά στροφή” σε ό,τι αφορά την παράνομη μετανάστευση, την δημόσια τάξη-ασφάλεια και την αντιμετώπιση του ριζοσπαστικού Ισλάμ, όμως σε καμία περίπτωση δεν υιοθετεί τις ακραίες θέσεις των Le Pen-Zemmour (π.χ. υποχρεωτική αλλαγή ονόματος στους μουσουλμάνους, απαγόρευση εισόδου βάσει θρησκεύματος και απελάσεις βάσει τέτοιων κριτηρίων). Από την άλλη πλευρά, ο οικονομικά φιλελεύθερος χαρακτήρας του προγράμματός του, η απόπειρα μεταρρύθμισης του συνταξιοδοτικού συστήματος (αύξηση ηλικίας στα 65 έτη) και το όραμά του για κοινή ευρωπαϊκή αμυντική πολιτική δεν είναι δυνατόν να εφαρμοστούν στο σενάριο “συγκατοίκησης” με αριστερό Πρωθυπουργό. Επομένως, τίθεται σοβαρό ζήτημα κυβερνησιμότητας.

Το σημαντικό ερώτημα είναι πώς έφτασε η Γαλλία σε ένα τέτοιο κρίσιμο σταυροδρόμι. Κατά την ταπεινή μου άποψη, οι τάσεις αυτές υποβόσκουν εδώ και αρκετό διάστημα, που καταλαμβάνει χρονικά την τελευταία δεκαετία και αφορά όχι μόνο τη Γαλλία αλλά το σύνολο της Δύσης, συμπεριλαμβανομένων των ΗΠΑ. Η οικονομική κρίση που ξέσπασε μετά το 2008 ανέδειξε την έλλειψη στιβαρών ηγεσιών, που αφενός δεν έχουν το σθένος να λάβουν δύσκολες αποφάσεις με πολιτικό κόστος, αφετέρου πάσχουν στην επικοινωνία με το εκλογικό σώμα και αδυνατούν να κατανοήσουν τις ανησυχίες του. Σημαντικότερο όμως αρνητικό στοιχείο είναι η έλλειψη διορατικότητας και η άρνηση της πραγματικότητας για λόγους “πολιτικής ορθότητας”. Δύο είναι τα χαρακτηριστικότερα παραδείγματα: το ενεργειακό και το μεταναστευτικό. Και στα δύο οι μυωπικές ηγεσίες των ευρωπαϊκών κρατών -με προεξάρχουσα την Μέρκελ- απέτυχαν παταγωδώς.

Σε ό,τι αφορά το ενεργειακό ζήτημα, με βασικό επιχείρημα την κλιματική αλλαγή και την απειλή που φέρεται να συνιστά για την ανθρωπότητα, επιχειρήθηκε η βίαιη μετάβαση στις Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας (ΑΠΕ). Η ευρωγραφειοκρατία των Βρυξελλών πρωτοστάτησε σε αυτό το εγχείρημα. Ωστόσο, δεν προνόησε για την ύπαρξη εναλλακτικών λύσεων και η ΕΕ κατέστη ενεργειακά εξαρτημένη από τη Ρωσία, ώστε να μπορέσει να καλύπτει τις ενεργειακές της ανάγκες μέχρι να επιτευχθεί η ενεργειακή μετάβαση. Το τραγικό αυτό λάθος έγινε φανερό μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Ο Πούτιν σίγουρα υπολόγισε και αυτήν την παράμετρο, εκμεταλλευόμενος τις καλές και προσοδοφόρες (για αμφότερες τις πλευρές) σχέσεις που είχε καλλιεργήσει με μεγάλο μέρος του γερμανικού πολιτικού κατεστημένου. Οι τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου εκτινάχθηκαν σε ακόμη υψηλότερα επίπεδα και η ΕΕ έσπευσε να συνάψει μακροπρόθεσμα συμβόλαια παροχής υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG) με τις ΗΠΑ, ενώ ήδη εκκίνησαν οι διεργασίες για την εκμετάλλευση των κοιτασμάτων υδρογονανθράκων που κατά πάσα πιθανότητα διαθέτουμε ως χώρα, στην προσπάθεια να γίνουμε ως Ελλάδα και Ευρώπη ενεργειακά ανεξάρτητοι (κάλλιο αργά παρά ποτέ). Εν τέλει, ο -κατά κάποιους “φιλορώσος”- Trump απεδείχθη προφητικός, όταν το 2018 στηλίτευε τη στάση της Γερμανίας και την ενεργειακή εξάρτησή της από τη Ρωσία, διερωτώμενος γιατί οι ΗΠΑ οφείλουν να δαπανούν υπέρογκα ποσά στα πλαίσια του ΝΑΤΟ για την προστασία των ευρωπαϊκών χωρών από τη Ρωσία, ενώ το ισχυρότερο οικονομικά ευρωπαϊκό κράτος (η Γερμανία) “χρυσοπληρώνει” τη Ρωσία και έχει καταστήσει όλη την Ευρώπη δέσμια του Πούτιν. Οι κατηγορίες ως “λαϊκιστών” όσων αμφισβητούσαν το κυρίαρχο αφήγημα της πράσινης ανάπτυξης και της ενεργειακής μετάβασης διαψεύστηκαν πανηγυρικά.

Το δεύτερο ζήτημα είναι το μεταναστευτικό για το οποίο, αν και έχουν ειπωθεί τόσα πολλά, έχουν εκπονηθεί τόσες δημόσιες πολιτικές και έχουν δαπανηθεί υπέρογκα ευρωπαϊκά κονδύλια, οι ηγεσίες -πλην ορισμένων- ακόμη διστάζουν να λάβουν τη θέση που αρμόζει, είτε λόγω εθελοτυφλίας είτε λόγω άρνησης της πραγματικότητας. Το μεταναστευτικό κατέστη φλέγον για την Ευρώπη μετά το τραγικό γεγονός του Εμφυλίου στη Συρία. Οι μαζικές ροές προσφύγων ευαισθητοποίησαν την πλειοψηφία των Ευρωπαίων, και κάποιες χώρες -με κύρια την Ελλάδα- ανέλαβαν να σηκώσουν μεγαλύτερο βάρος από ό,τι τους αναλογούσε. Όμως είχε και το αντίθετο αποτέλεσμα. Ενεργοποίησε “προστατευτικά” αντανακλαστικά και ορισμένες χώρες, όπως η Ουγγαρία του Orban, υιοθέτησαν αρκετά αυστηρές-ανελαστικές μεταναστευτικές πολιτικές, καθιστώντας δύσκολη έως αδύνατη την προσέλευση ξένων πληθυσμών στο έδαφός τους. Κανείς δεν αρνείται ότι σε περίπτωση πολέμου ο Δυτικός κόσμος οφείλει να παρέχει ανθρωπιστική βοήθεια στους πρόσφυγες, στους κατατρεγμένους και στους βιαίως διωχθέντες από τις πατρίδες τους. Η Ευρώπη το αποδεικνύει έμπρακτα και τώρα, που η εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία μαίνεται εδώ και δύο μήνες. Τα ευρωπαϊκά κράτη δέχονται τους Ουκρανούς πρόσφυγες. Αυτό είναι το ηθικά-αξιακά σωστό.

Το πρόβλημα γεννάται μόλις αυτή η πολιτική υποδοχής επεκτείνεται αλόγιστα και περιλαμβάνει και ανθρώπους οι οποίοι δεν προέρχονται από εμπόλεμες ζώνες, αλλά προσελκύονται από την προοπτική ενός καλύτερου μέλλοντος στη Δύση. Οι δυνατότητες μίας χώρας να δεχθεί πρόσθετο πληθυσμό είναι πεπερασμένες. Η Ευρώπη δεν μπορεί να τους δεχθεί όλους. Σαφώς και από οικονομικής σκοπιάς η μετανάστευση είναι συμφέρουσα, διότι μειώνεται το εργατικό κόστος. Υπάρχει όμως και η αξιακή πλευρά, δηλαδή πόσο διατεθειμένοι είναι οι πληθυσμοί που μεταναστεύουν στην Ευρώπη να δεχθούν τις αξίες του Δυτικού πολιτισμού και να σεβαστούν τα ήθη-έθιμα των ευρωπαϊκών κρατών. Αυτό σημαίνει αποδοχή του κράτους-δικαίου και των θεμελιωδών δικαιωμάτων, που για την πλειοψηφία του ισλαμικού κόσμου είναι έννοιες άγνωστες. Αν ένας ριζοσπάστης μουσουλμάνος θέλει να μεταναστεύσει στην Ευρώπη για ένα καλύτερο οικονομικά μέλλον, θα πρέπει να είναι έτοιμος να δεχθεί “εκπτώσεις” στον τρόπο ζωής του (που καθορίζεται από την πίστη του), δεδομένου ότι η ισότητα γυναικών-ανδρών -για την οποία δόθηκε μεγάλη μάχη στην Ευρώπη στον 20ο αιώνα- είναι κάτι ασύλληπτο για έναν φανατικό μουσουλμάνο. Όταν η ηγεσία της ΕΕ αντιμετωπίζει ευνοϊκά και τους φανατικούς ισλαμιστές, ακριβώς όπως πράττει με τους μετριοπαθείς και δεν τους διαχωρίζει, νομοτελειακά αναδύονται στην επιφάνεια ακροδεξιοί με μισαλλόδοξο λόγο και συμβαίνουν επεισόδια, τα οποία όλοι οφείλουμε να καταδικάζουμε, από οποιαδήποτε μεριά του πολιτικού φάσματος κι αν προερχόμαστε.

Το συμπέρασμα που συνάγεται από τις δύο αυτές περιπτώσεις είναι πως, όταν οι ηγεσίες διστάζουν να θίξουν τα ζητήματα που πρέπει με τον προσήκοντα τρόπο, εύκολα έρχονται να καλύψουν το κενό λαϊκιστές (είτε αριστεροί είτε ακροδεξιοί), προτείνοντας πολλές φορές μη εφαρμόσιμες λύσεις, με στόχο μόνο να ικανοποιήσουν τις προσωπικές τους φιλοδοξίες, ιδιοποιούμενοι την κοινωνική δυσαρέσκεια. Είναι λάθος επίσης να κατηγορούνται ως “λαϊκιστές” όσοι -κόντρα στην κυρίαρχη γνώμη- κρούουν τον κώδωνα του κινδύνου νωρίς για ένα ζήτημα, το οποίο αν αφεθεί στη μοίρα του, αργότερα ίσως αποδειχθεί δισεπίλυτο. Όσο εξακολουθεί η εθελοτυφλία, τόσο συχνότερα θα είναι τα φαινόμενα Orban, Le Pen και Zemmour. Ο Macron, ως αντισυστημικός -υπό την έννοια ότι δεν προήλθε από τα πάλαι ποτέ κυρίαρχα κόμματα της γαλλικής πολιτικής σκηνής- πολιτικός, είναι σπάνια περίπτωση, διότι προσπάθησε και εξακολουθεί να προσπαθεί να δώσει λύσεις σε χρόνια προβλήματα που ταλανίζουν τη Γαλλία. Δεν διστάζει να συγκρουστεί με κατεστημένα συμφέροντα και αναπόφευκτα έρχεται αντιμέτωπος με τις δυνάμεις του λαϊκισμού. Το υπάρχον πλαίσιο -πόλεμος και ακρίβεια- θα δυσχεράνουν ανυπολόγιστα τη δεύτερη θητεία του, καθώς οι αριθμητικοί συσχετισμοί που θα προκύψουν από τις βουλευτικές εκλογές μάλλον δεν θα είναι ευνοϊκοί για εκείνον. Χρειάζεται επειγόντως αλλαγή νοοτροπίας του πολιτικού προσωπικού στα ευρωπαϊκά κράτη, αλλαγή νοοτροπίας τόσο ως προς την αντιμετώπιση των σύνθετων προβλημάτων των καιρών μας όσο και ως προς την επικοινωνία με τον λαό. Στο κρίσιμο σταυροδρόμι που βρισκόμαστε, με την ακρίβεια να μην υποχωρεί και την απειλή νέων πολέμων, δεν έχουμε την πολυτέλεια να μένουν αναξιοποίητες περιπτώσεις ηγετών όπως αυτή του Μακρόν.

+ posts