«Ας περιμένουν οι γυναίκες»

«Ας περιμένουν οι γυναίκες»

Τι χρειάζεται να ειπωθεί για αυτό το αριστούργημα του Σταύρου Τσιώλη; Όπως θα έλεγε και ο Μιχάλης, εκ των πρωταγωνιστών: «Χρειάζεται να ειπωθεί τίποτα Πάνο; Πάνο, τίποτα δεν χρειάζεται να ειπωθεί!».

Η ιστορία αφορά 3 μπατζανάκια, τα οποία ζουν και εργάζονται στην Θεσσαλονίκη, στα τέλη της δεκαετίας του 1990. Ο Μιχάλης και ο Πάνος, άρρωστοι ΠΑΟΚτζήδες, τα βγάζουν οριακά εις πέρας, έχοντας να συντηρήσουν γυναίκες, παιδιά, αδέλφια, μάνες, πατέρες και ένας θεός ξέρει ποιον άλλο. Ο 3ος, ο Αντώνης, ο «Παπαρηγόπουλος» του ΠΑΣΟΚ, όπως τον αποκαλεί ο Πάνος, από την περίφημη Παπαδίτσα Λακωνίας. Ο Αντώνης, γέννημα-θρέμμα ΠΑΣΟΚ, εν ενεργεία δημοτικός σύμβουλος, με βλέψεις για υπουργικό θώκο.

Τι είναι όμως αυτό που κάνει την εν λόγω ταινία τόσο ιδιαίτερη και αγαπημένη; Μα φυσικά, το γεγονός πως αποτελεί μια ακριβή απεικόνιση της ελληνικής πραγματικότητας.

Το πολιτικό δίπολο της εποχής (ΠΑΣΟΚ – ΝΔ). Μιας εποχής όπου ο κόσμος δεν ψήφιζε σχεδόν ποτέ σύμφωνα με την συνείδηση του, αλλά κυρίως με γνώμονα το βόλεμα και την υποχρέωση. Η απορία του Αντώνη «μα ψήφισε η μάνα μου Νέα Δημοκρατία;» αντικατοπτρίζει πλήρως την εικόνα που δημιουργούσε ο κοινωνικός περίγυρος όταν κάποιο άτομο «τολμούσε» να αλλαξοπιστήσει και να ψηφίσει ένα άλλο κόμμα από το δίπολο. Αλλά φυσικά, βλέπουμε και το ρουσφέτι. Πώς δηλαδή ο Αντώνης ξελάσπωνε διαρκώς τον Μιχάλη και τον Πάνο μέσω των ακρών του ή μέσω δανεικών και αγύριστων.

Η άποψη πως γυναικά=μπελάς. Από την μία, η θεωρία πως η οικογένεια είναι πηγή μεγάλων μπελάδων. Έξοδα, ευθύνη για πολλά άτομα, απραγματοποίητα όνειρα. Από την άλλη, η θεωρία πως μια νέα γνωριμία θα είναι ικανή να τινάξει τα πάντα στον αέρα. Τόσο ο Πάνος, όσο και ο Αντώνης, γνωρίζουν έκαστος από μία γοητευτική γυναίκα, από τις οποίες -για διαφορετικούς λόγους- επιλέγουν να απομακρυνθούν. Γιατί, όπως λέει και ο σοφός Μιχάλης, «Διότι η κοινωνία δεν συγχωρεί αυτούς που από έρωτα εκπέσανε».

Θεσσαλονίκη>πάσα Ελλάδα. «Αλλά η Θεσσαλονίκη πρέπει να ανοίξει τελωνείο. Τι λέει το διαβατήριο σου κύριε, Λακωνία; Δεν μπαίνεις.». Μία απλή φράση του Πάνου είναι αρκετή για να αναδείξει την γενικότερη κουλτούρα των κατοίκων της Βόρειας Ελλάδας, η οποία βέβαια υπάρχει μέχρι και σήμερα, πως η νοοτροπία τους είναι πολύ διαφορετική από την αντίστοιχη των υπόλοιπων Ελλήνων. Ίσως και ανώτερη.

Φυσικά, οι ατάκες. Ακολουθούν μερικές ατάκες οι οποίες συνδυάζουν τόσο το γέλιο όσο και την σοφία.

«Σκέψου πρώτα, κατάλαβε, και μετά πες ότι δεν καταλαβαίνω»

«Πάνο, χωρίς ζάχαρη ο φραπές είναι δηλητήριο»

«Διότι η κοινωνία δεν  συγχωρεί αυτούς που από έρωτα εκπέσανε»

«Δεν βλέπεις την λίμνη; Ολόκληρη λίμνη δεν την βλέπεις ρε Πάνο;»

«- Αυτή δεν θέλει, και αυτός την πιέζει.

-Μέσα στον κόσμο;

-Τι μέσα στον κόσμο;

-Την πιέζει μέσα στον κόσμο;

-Εγώ αυτό είπα;

-Αυτή δεν θέλει και αυτός την πιέζει αυτό είπες»

«Και ψήφισε η μάνα μου Νέα Δημοκρατία;»

Σε αυτό το σημείο αξίζει να τονιστεί πως οι ατάκες που μπορούν να αναφερθούν είναι, στην χειρότερη των περιπτώσεων, άλλες τόσες. Και η ιδιαίτερη αναφορά που δίνεται στο συνέδριο της Νέας Δημοκρατίας και την Βόλβη, δίνουν μια ξεχωριστή νότα γέλιου σε όλα τα περιστατικά.

Ο Σταύρος Τσιώλης, κατόρθωσε μέσα σε 83 περίπου λεπτά, να αποδώσει τον παλμό της χώρας λίγο πριν μπει η Ελλάδα στην νέα χιλιετία. Από όσα αναφέρθηκαν, μέχρι και την ψυχανάλυση που λαμβάνει χώρα, από άνθρωπο που γίνεται σεβαστός ελέω της ξενικής τους ακαδημαϊκής καριέρας, μέσω της προπαίδειας. Μαζί με όλα αυτά, συνδυάζονται και cult στοιχεία της εποχής, όπως οι κυρίες με το κασετόφωνο, η Κλυταιμνήστρα, η οποία δεν γνωρίζει από χαιρετισμούς και φωνάζει μονάχα «Αντώνη, Πάνο ουυυυυ», ακόμα και η σκηνή όπου τα ΚΑΠΗ της Βόρειας Ελλάδας γιορτάζουν που ο Πάνος δεν πνίγηκε στην λίμνη. Μια ταινία καθρέφτης μιας άλλης εποχής, που φαντάζει μακρινή αλλά αντιθέτως, παραμένει βαθιά μέσα μας.

Tο όνομά μου είναι Κωνσταντίνος-Διονύσιος Ρουκανάς, κάτι που δεν ήταν επιλογή μου. Γεννήθηκα και μεγάλωσα στο νησί της Ζακύνθου, πάλι, χωρίς να το επιλέξω. Κατάφερα να γίνω
φοιτητής του Πανεπιστημίου Πειραιώς, με σκοπό να πολεμήσω το οικονομικό σύστημα από μέσα. Βέβαια τώρα, σκέφτομαι ήδη τρόπους να το υπηρετήσω μελλοντικά. Αυτό ενδέχεται όμως να είναι μια επιλογή μου.
Επιλογή μου σίγουρα, πάντως, ήταν να μπω στην ομάδα του Φοιτητικού
Κόσμου, διότι από την μία η ενασχόληση με την δημοσιογραφία και την αθλητικογραφία αποτελεί μια ουτοπία που θα ήθελα να ζήσω, από την άλλη η γενικότερη δομή της ιστοσελίδας βασίζεται πάνω σε αρχές οι οποίες έχουν βασικό ρόλο στην δική μου ιδιαίτερη κοσμοθεωρία. Η απορία που έχω, ωστόσο, είναι για πόσο καιρό τα παιδιά της ομάδας θα αντέξουν ένα άτομο που δεν έχει υπάρξει σοβαρό ποτέ στην ζωή του για πάνω από 1 λεπτό.
Ίσως, όταν παίζει η ομάδα μου, η ΑΕΚ, κι είναι δύσκολα τα πράγματα γίνομαι υπερβολικά σοβαρός, σε βαθμό να ξεχνάω τις προτεραιότητες που υποτίθεται πως έχω θεσπίσει στην ζωή μου.