Ρεαλισμός

Ρεαλισμός

Του Στέφανου Φραγκόπουλου, εξωτερικού συνεργάτη μας και τριτοετή φοιτητή στο ΠΕΔΔ (Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, ΕΚΠΑ).

Η πρόσφατη συνάντηση του Έλληνα Πρωθυπουργού Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Τούρκο Πρόεδρο Ρετζέπ Ταγίπ Ερντογάν στα πλαίσια του ΝΑΤΟ φαίνεται να σηματοδοτεί μία ύφεση στην ένταση που επικρατούσε ανάμεσα στις σχέσεις των δύο χωρών, αρχής γενομένης από το προηγούμενο καλοκαίρι. Κύρια αιτία για αυτήν τη συνεννόηση είναι η θέληση αμφοτέρων των πλευρών για ένα ήρεμο καλοκαίρι, το οποίο θα αποφέρει αυξημένα έσοδα, χάρη και στις ευνοϊκότερες συνθήκες που έχουν προκύψει για τον τουρισμό ελέω ικανοποιητικού περιορισμού της πανδημίας. Έσοδα που κρίνονται απαραίτητα για τις <<ρημαγμένες>> οικονομίες και της Ελλάδας και της Τουρκίας. Μετά το καλοκαίρι όμως τι;

Ο Ερντογάν, εκτός από τον Μητσοτάκη, συνάντησε και τον Πρόεδρο των ΗΠΑ Joe Biden. Βασική επιδίωξη εκ μέρους του Τούρκου Προέδρου ήταν η εύρεση πεδίου συνεννόησης με τον ομόλογό του για πληθώρα ζητημάτων, από οικονομικά-περιφερειακά ζητήματα μέχρι τους ρωσικούς πυραύλους S-400 και την επανένταξη της Τουρκίας στο πρόγραμμα των μαχητικών αεροσκαφών F-35. Ο ίδιος φάνηκε συγκαταβατικός μετά το πέρας της συνάντησης και διακήρυξε ότι τα προβλήματα μεταξύ των δύο χωρών δεν είναι σε καμία περίπτωση δυσεπίλυτα[1]. Ο Biden από την πλευρά του υποστήριξε ότι πραγματική πρόοδος στις αμερικανοτουρκικές σχέσεις είναι πολύ πιθανή και πέρα για πέρα δυνατή.

Ανατρέπεται, λοιπόν, ο μύθος περί <<Μπαϊντενόπουλου>> που κυκλοφορούσε στη χώρα μας από τις παραμονές των αμερικανικών εκλογών μέχρι και την πρόσφατη συνάντηση των δύο στα πλαίσια του ΝΑΤΟ. Μύθος που μόνο αφελείς θα μπορούσαν να πιστέψουν, ωστόσο διατυμπανιζόταν συνεχώς από μεγάλο μέρος του πολιτικού, ακαδημαϊκού και δημοσιογραφικού κόσμου. Η Τουρκία για τις ΗΠΑ και το ΝΑΤΟ έχει τεράστια στρατηγική σημασία λόγω της γεωγραφικής θέσης της, καθώς αποτελεί τον συνδετικό κρίκο μεταξύ Ευρώπης-Ασίας και δίνει δυνατότητες εποπτείας-επέμβασης στη πολύπαθη Μέση Ανατολή. Δεν υπάρχει, επομένως, περίπτωση η Δύση και οι ΗΠΑ να αφήσουν την Τουρκία να προσδεθεί στο ρωσικό άρμα επιρροής επειδή ο Ερντογάν είναι αυταρχικός ηγέτης και δεν σέβεται τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ισχυρά συμφέροντα προηγούνται και πολλές φορές δυστυχώς ούτε το Διεθνές Δίκαιο λαμβάνεται υπ’ όψη.  

Έχοντας γνώση των ανωτέρω, ας επανέλθουμε στις ελληνοτουρκικές σχέσεις. Έχει καλλιεργηθεί η ελπίδα στους κόλπους της Κυβέρνησης και της εγχώριας πολιτικής τάξης ότι η νομιμοφροσύνη του Ερντογάν θα εξακολουθήσει να υφίσταται και μετά το καλοκαίρι. Και βασισμένοι σε αυτήν την ελπίδα, υποστηρίζουν την περιβόητη προσφυγή στη Χάγη. Εδώ εγείρονται δύο ζητήματα: πρώτον, αν ο Ερντογάν πράγματι θα σεβαστεί και μετά το πέρας του καλοκαιριού τη διεθνή νομιμότητα και δεν αρχίσει πάλι να παραβιάζει δυνητική ελληνική κυριαρχία και ελληνικά κυριαρχικά δικαιώματα και γενικά να προκαλεί αναταραχή στο Αιγαίο και στην  ευρύτερη περιοχή της Νοτιοανατολικής Μεσογείου.

Δεύτερο ζήτημα είναι τα θέματα τα οποία επιθυμούμε να θέσουμε στην κρίση του Δικαστηρίου της Χάγης. Εδώ συμβαίνει το εξής παράλογο: δεν διαφωνούμε μόνο με τους Τούρκους αλλά και μεταξύ μας! Οι Τούρκοι υποστηρίζουν ότι πρέπει να τεθούν στο τραπέζι εξωφρενικά ζητήματα, όπως η κυριαρχία επί βραχονησίδων και η αποστρατιωτικοποίηση ελληνικών νησιών. Από Έλληνες αξιωματούχους έχουν ακουστεί δύο απόψεις: η μία που την έχει εκφράσει πολλάκις ο Πρωθυπουργός και έχει να κάνει με τον ευρύτερο όρο <<θαλάσσιες ζώνες>> (περιλαμβάνεται το μονομερές δικαίωμα επέκτασης των χωρικών υδάτων στα 12 ναυτικά μίλια, που συνιστά εθνική κυριαρχία), ενώ σύμφωνα με τη δεύτερη άποψη -την οποία εκφράζει δημοσίως ο Έλληνας Υπουργός Εξωτερικών Νίκος Δένδιας- μοναδική μας διαφορά είναι τα κυριαρχικά δικαιώματα κήρυξης υφαλοκρηπίδας-ΑΟΖ. Σημειωτέον ότι όλα αυτά ρυθμίζονται στη Σύμβαση για το Δίκαιο της Θάλασσας (1982) που η Τουρκία δεν έχει υπογράψει.

Παρατηρούμε, συνεπώς, δύο δικονομικά παράδοξα: δεν υπάρχει βέβαιος διάδικος (Ερντογάν) και δεν συμφωνούμε στα θέματα που θέλουμε να επιλύσουμε, άρα δεν υπάρχει κοινή διαφορά. Πώς να πάμε έτσι στη Χάγη; Να απεμπολήσουμε έτσι απλά τα δικαιώματα που μας αποδίδει το ίδιο το Διεθνές Δίκαιο; Που δυστυχώς δεν το εφαρμόζουμε, ενώ υπάρχει η δυνατότητα και οι προβλέψεις του συνάμα είναι ευμενείς για εμάς. Και αν προσφύγουμε εντέλει στη Χάγη, το Δικαστήριο βάσει ποίας διεθνούς σύμβασης θα δικάσει; Δεδομένου ότι η Τουρκία, αν είχε πραγματική θέληση για επίλυση των διαφορών και καλή γειτονία, θα είχε υπογράψει και κυρώσει το Δίκαιο της Θάλασσας, αλλά δεν το έχει κάνει γιατί δεν τη συμφέρει (και ούτε πρόκειται να το πράξει).

Το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης

Δυστυχώς, η ελληνική πολιτική τάξη δεν συμπεριφέρεται με ρεαλισμό. Οι συνέπειες αυτής της στάσης έχουν φανεί και σε άλλες περιπτώσεις, με πιο χαρακτηριστική εκείνη της Συμφωνίας των Πρεσπών. Η εθνική ομάδα ποδοσφαίρου των Σκοπίων στο πρόσφατο EURO αντί να γράφει στις εμφανίσεις της το όνομα <<Βόρεια Μακεδονία>> όπως προβλέπει η συμφωνία, γράφει <<Μακεδονία>> σκέτο. Η Ελλάδα δηλαδή παρέδωσε όνομα, εθνότητα και γλώσσα δίχως κανένα σοβαρό αντάλλαγμα και τελικά οι γείτονες δεν εγκατέλειψαν τα εθνικιστικά παραληρήματα. Αντίθετα, εκείνα εκδηλώνονται όλο και συχνότερα! Αν δεν είναι αυτός ο ορισμός της κακής συμφωνίας, τότε δεν ξέρω ποιος άλλος είναι. Στελέχη όμως της προηγούμενης κυβέρνησης κατηγορούσαν και κατηγορούν όσους εκφράζουν αντίθεση προς τη συμφωνία ως υπερπατριώτες, <<μακεδονομάχους>> και εθνικιστές. Το ίδιο κάνουν και κύκλοι που πρόσκεινται φιλικά προς τη σημερινή κυβέρνηση σε όσους προβάλλουν ενστάσεις και εκφράζουν προβληματισμούς για μια άνευ όρων προσφυγή στη Χάγη. Με σκοπό <<απλώς να τα βρούμε>>. Οι συγκεκριμένες πολιτικές κατευνασμού δυστυχώς δεν υπερασπίζονται ούτε προωθούν τα εθνικά δίκαια. Αντιθέτως, δίνουν την εντύπωση ενός <<βολικού>> δρώντα, ο οποίος θα υποχωρήσει στις απαιτήσεις των υπολοίπων ακόμη κι αν έχει το δίκαιο 100% με το μέρος του.

Αναντίρρητα, η διπλωματία και ο διάλογος στα πλαίσια του διεθνούς δικαίου είναι ο ενδεδειγμένος και πλέον κατάλληλος τρόπος επίλυσης των διαφορών που προκύπτουν ανάμεσα στα κράτη. Κανείς δεν θέλει την σύγκρουση και τον πόλεμο. Ωστόσο, ο κατευνασμός που δήθεν εξυπηρετεί τον διάλογο και την ύφεση τυχόν εντάσεων είναι εκείνος που θα οδηγήσει αναπόφευκτα στην ένοπλη σύρραξη, καθώς αποτελεί ένδειξη αδυναμίας. Εκείνος που επιβουλεύεται τα εθνικά δίκαια θα σπεύσει να εκμεταλλευτεί αυτή την αδυναμία. Το βίωσαν με τον πλέον άσχημο τρόπο οι Άγγλοι και οι Γάλλοι με το ξέσπασμα του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Είχε προηγηθεί η Συμφωνία του Μονάχου, βάσει της οποίας οι Άγγλοι και οι Γάλλοι συναίνεσαν στην αμαχητί προσάρτηση της Τσεχοσλοβακίας στη Γερμανία, με την ελπίδα ότι θα ικανοποιούσαν τις επεκτατικές φιλοδοξίες του Χίτλερ. Μόνο αυτό δε συνέβη τελικά. Η Ιστορία διδάσκει και καλό είναι να ανατρέχουμε πού και πού σε αυτήν για να μην επαναλαμβάνουμε λάθη που είχαν οδυνηρές συνέπειες.

Και κάτι τελευταίο: υπάρχουν φωνές -όχι λίγες- στο εσωτερικό της χώρας που ασπάζονται τα επιχειρήματα του Ερντογάν και καλούν σε συμφωνία πάση θυσία. Κάτι τέτοιο  ισοδυναμεί με αυτοδίκαιη παραίτηση από τα εθνικά δίκαια. Ο Τούρκος Πρόεδρος έχει γνώση αυτών των φωνών και ξέρει ποια θα είναι η συμπεριφορά μας την κρίσιμη στιγμή. Εκείνη θα υπαγορεύεται από τη διανοητική, ηθική και οικονομική αποδυνάμωση που θα έχουμε υποστεί εξαιτίας του κατευνασμού. Και μολονότι η οικονομία μας -για διάφορους λόγους- δεν είναι κραταιά, ας μην επιτρέψουμε τη διάβρωση του ηθικού μας και την καλλιέργεια της ηττοπάθειας.


[1]

https://www.cnn.gr/kosmos/story/270092/mpainten-meta-ti-synantisi-me-erntogan-eimai-aisiodoxos-oti-tha-kanoyme-pragmatiki-proodo