Βασίλη, εσύ Θρύλε!

Βασίλη, εσύ Θρύλε!

Κατά την διάρκεια της εφηβείας μου, θυμάμαι τον εαυτό μου να βλέπω έναν ημι-καραφλό παίκτη με το νούμερο 7, ντυμένο στα αγαπημένα μου ερυθρόλευκα και να τον παρακολουθώ με δέος. Κάθε φορά αυτός ο συγκεκριμένος αθλητής ξεπερνούσε τα προηγούμενα υπεράνθρωπα εμπόδια που ο ίδιος έθετε με τις θρυλικές του εμφανίσεις. Στιγμή με στιγμή, μέρα με την μέρα, ματς με ματς, σεζόν με σεζόν, παράλληλα με την φυσική ωρίμανσή του ως άτομο, ο Βασίλης Σπανούλης έπαιρνε τον Ολυμπιακό από το χέρι, σε Ελλάδα και Ευρώπη, και τον γιγάντωνε, ώστε αυτήν την στιγμή ο σύλλογος να νοείται ως ιστορικό και βαρύ μέγεθος της Euroleague και πιο συγκρίσιμο μέγεθος απέναντι στον Παναθηναϊκό σε σχέση με παλαιότερους χρόνους.

Ο Βασίλης, προερχόμενος από 3 αγωνιστικές σεζόν με πολλαπλούς μικροτραυματισμούς και την αγωνιστική καθίζηση του Ολυμπιακού λόγω του υποβιβασμού στην Α2, αλλά και εξαιτίας και της συνολικής αποδυνάμωσης του ελληνικού μπάσκετ ελλείψει ταλέντου και μπάτζετ, αποφάσισε να αποσυρθεί από την ενεργό δράση, γνωστοποιώντας την απόφασή του στους προέδρους Αγγελόπουλους, και κατόπιν στους λογαριασμούς μου στα κοινωνικά μέσα δικτύωσης. Καθοριστικό ρόλο, ενδεχομένως, να έπαιξε ο τραυματισμός του στο γαστροκνήμιο που τον “έκοψε” από την συμμετοχή στο Προολυμπιακό με την Εθνική και τον προβλημάτισε σχετικά με τον έναν ακόμα χρόνο που είχε υποσχεθεί να δώσει την παρουσία του στον Ολυμπιακό.

 Ο Βασίλης χλευάστηκε, καταράστηκε όσο κανένας άλλος από τους οπαδούς και των 2 αιωνίων, στην αντίστοιχη χρονική σειρά που έπαιξε και στους δύο, μα και από πλήθος ελληνικού μπασκετόφιλου κόσμου για την αποτυχημένη προσπάθειά του να παίξει στο NBA (Ρόκετς, 2006-2007). Γιατί και στις 2 ομάδες κατέκτησε τα πάντα και δέχθηκε αναρίθμητες κομπλεξικές συμπεριφορές, γιατί η κοινωνία -ιδιαίτερα η ελληνική- προσπαθεί διαρκώς να υποβαθμίζει εκείνον που επιτυγχάνει με ατομικό -και τίμιο- κόπο και ιδρώτα. Και ο ίδιος είχε ορισμένες στιγμές που ξέφευγε και υπήρχε αρκετά προκλητικός, σε δηλώσεις ή πανηγυρισμούς, μα δεν έφτανε ούτε στο ένα εκατοστό κατ’ αναλογίαν με το ρεύμα χουλιγκανισμού που πλανιόταν από πάνω του σε όλη την καριέρα του.

Ο Βασίλης “έδωσε και του έδωσε” το μπάσκετ, όπως ο ίδιος συχνά αναφέρει. Ένας δουλευταράς εντός και εκτός γηπέδων, ο οποίος είχε το αντίστοιχο ταλέντο για να γίνει ελληνικός και ευρωπαϊκός μύθος: Πρώτος σε πόντους και ασσίστ, MVP της κανονικής περιόδου, μαζί με τρεις κούπες και 3 MVP Final-Four στη Euroleague, 7 πρωταθλήματα και 4 κύπελλα, χρυσό ευρωπαϊκό μετάλλιο και ασημένιο παγκόσμιο (ιστορική νίκη με ΗΠΑ στα ημιτελικά, με τεράστια ατομική εμφάνιση). Μα το πιο σημαντικό επίτευγμα: η οικογένειά του, η γυναίκα του Ολυμπία και τα 6 παιδιά τους, την οποία τώρα θα σταθεί να απολαύσει χωρίς περιορισμούς. Ένα ανεπανάληπτο μπασκετικό ταξίδι έφτασε στο τέλος του, με την καθιέρωση του Βασίλη στο πάνθεον της ελληνικής και ευρωπαϊκής καλαθοσφαίρισης. Το ασύγκριτο στυλ στο σουτ και η στάση στον αέρα όταν διείσδυε στην ρακέτα θα μείνουν χαραγμένα για πάντα στην μνήμη, μαζί με τα πάμπολλα κρίσιμα plays με τα οποία σόκαρε κόσμο και κοσμάκη -φιλικό και εχθρικό-. Τα πιο χαρακτηριστικά, η ψύχραιμη ασσίστ στον Πρίντεζη για την κατάκτηση της Euroleague το 2012 και το τρίποντο απέναντι στον αγαπημένο του φίλο, Δημήτρη Διαμαντίδη, στην τελευταία του επαγγελματική χρονιά το 2016 στους τελικούς της Α1.

Σε ευχαριστούμε από τα βάθη της καρδιάς μας, Μπίλαρε, όλοι οι φίλαθλοι και οπαδοί!

Παύλος Γιαννόπουλος... Αμέ, έχω και εγώ ένα όνομα. Ένα όνομα και ένα επίθετο, ανάμεσα σε τόσα άλλα στον κόσμο ετούτο. Ένας απλός φοιτητής του Καποδιστριακού, συγκεκριμένα στο τμήμα των Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, διαβάζοντας και γράφοντας συνεχώς, προσπαθώντας να αφυπνίσω συνειδήσεις προπαγανδίζοντας (αν υπάρχει τέτοια φράση), ώστε στον βαθμό που και εγώ μπορώ να δώσω το θετικό μου στίγμα σε μία Γη που βράζει. Σε κοινωνίες και άτομα που χρήζουν εν συναίσθησης και εν συνείδησης.
ΦΚ λέγεται το project που μπορεί να πετύχει και να μετουσιώσει τα παραπάνω. Mία φοιτητική ιστοσελίδα που χαρακτηρίζεται από μία ανιδιοτέλεια και μία αντικειμενική υποκειμενικότητα που στους καιρούς μας απουσιάζουν.