Εκεί, στο φτερό του καρχαρία

Εκεί, στο φτερό του καρχαρία

Του Άγγελου Μαγνήσαλη, φοιτητή του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης (Ε.Κ.Π.Α.)

«Χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία, κατάκτησε το αδύνατο!»

Αυτή ήταν η προτροπή-σημαία της ζωής και του έργου του Θάνου Μικρούτσικου, του ανθρώπου που (για πολλούς, αλλά και για εμένα προσωπικά) είναι κάτι πολύ περισσότερο από μοναδικός δημιουργός. Ήταν, είναι και θα είναι ένας σεισμός.

Πριν από 365 μέρες ο Θάνος έφυγε για το μεγάλο ταξίδι προς τον Σταυρό του Νότου, πέταξε πέρα από τις Γραμμές των Οριζόντων και με αυτήν την ευκαιρία θα ήθελα να γράψω κάποια πράγματα για αυτόν που τόσο θαυμάζω και λατρεύω.

Γεννήθηκε στην Πάτρα 13 Απριλίου του ‘47, Αράτου 33 και Κορίνθου. Η μουσική έγινε από πολύ νωρίς μέρος του εαυτού του. Είχε μιλήσει πολλές φορές για την «ηλεκτρική εκκένωση» που αισθάνθηκε όταν η θεία του Ηλέκτρα ακούμπησε τα χέρια του στα πλήκτρα του πιάνου της. Ετών τεσσάρων ο Θάνος.

Λίγο μετά τη μουσική ήρθε και η ποίηση και έγινε η δεύτερη κολόνα της ζωής του, που θα τον στήριζε και θα τον πάθιαζε μέχρι τέλους. Μικρός, ακόμη, ο Θάνος απήγγειλε απ’ έξω όλον τον Καρυωτάκη, όλον τον Καβάφη. Ξεκλείδωνε τα λόγια τους σιγά σιγά. Την αγάπησε βαθιά την ποίηση, βαθιά και ειλικρινά.

Σπούδασε Μαθηματικά στο Πανεπιστημίου Αθηνών, ενώ παράλληλα ολοκλήρωσε πλήρεις σπουδές στη μουσική με τον καθηγητή-συνθέτη Γ.Α. Παπαϊωάννου. Αρμονία, αντίστιξη, φούγκα, σύνθεση.

Ο Μικρούτσικος -που σχεδόν από την πρώτη του εμφάνιση απώλεσε το προσωνύμιο του «νέου συνθέτη»- κινήθηκε σε όλο το φάσμα της μουσικής: λαϊκά τραγούδια, όπερες, συμφωνική μουσική, πειραματική μουσική, μουσική για θέατρο κ.ά. Πολλές φορές η γνώση κι η ενασχόλησή του με διαφορετικά είδη/πεδία μουσικής καθιστούσε θολή τη διαχωριστική γραμμή ανάμεσά τους με αποτέλεσμα στο ένα είδος να παρεισφρέουν στοιχεία από το άλλο. Γράφοντας μουσική για τον έναν χώρο κουβαλούσε μέσα του στοιχεία από τους άλλους. Στα τραγούδια του, για παράδειγμα, συχνά εντοπίζονται στοιχεία που έχει δανειστεί από την avant-garde μουσική, ενώ αντίστροφα η avant-garde μουσική του εμπεριέχει στοιχεία από την απλότητα και την αμεσότητα του τραγουδιού. Αυτό είναι ένα από τα βασικά στοιχεία που τον διακρίνει από τους μεγάλους συνθέτες της προηγούμενης γενιάς, τους οποίους βέβαια τίμησε και από τους οποίους διδάχτηκε. Ο Μικρούτσικος από την πρώτη στιγμή είχε τον δικό του ήχο.

Τα έργα του έχουν παιχτεί σε διεθνή φεστιβάλ μουσικής από το Λονδίνο μέχρι το Χονγκ Κονγκ και το Μπουένος Άιρες. Υπήρξε ένας μουσικός που, ειδικά στη διάρκεια της δεκαετίας του 1970 και πριν ακόμη από τον «Σταυρό του Νότου», πραγματοποίησε βαθιές ρήξεις και τομές στην ελληνική μουσική.

Πρώτο επίσημο δισκογραφικό βήμα: Τα «Πολιτικά Τραγούδια», το 1975 σε ποίηση Χικμέτ και Μπίρμαν.

Ως δημιουργό τον σημάδεψαν και τον γοήτευσαν οι στρατευμένοι ποιητές: Ρίτσος (ο δάσκαλός του, αυτός που τον έμαθε να γράφει για «ό,τι τον καίει»), Μαγιακόφσκι (η ποίηση του οποίου «είναι σα βέλος που σκίζει τον αέρα»), Ελευθερίου (ο ποιητής με τα «αιμάτινα γραπτά»), Μπρέχτ («ο σημαντικότερος και υποδειγματικότερος μαρξιστής καλλιτέχνης του 20ού αιώνα»), τους οποίους μελοποίησε με τρόπο μοναδικό, αγωνιστικό, ανατριχιαστικό. Στον κύκλο της στρατευμένης του περιόδου εντάσσονται δίσκοι όπως: «Καντάτα για τη Μακρόνησο», «Φουέντε Οβεχούνα», «Τροπάρια για Φονιάδες» και «Μουσική πράξη στον Μπρέχτ». Ο Θάνος αγάπησε το πολιτικό τραγούδι, το ανέδειξε και τον αγάπησε με πάθος και αυτό.

Έγραψε πάνω από 500 τραγούδια και οι στιχουργοί των οποίων η γραφή συνδέθηκε με το έργο του είναι (ως επί το πλείστον) ο Άλκης Αλκαίος («ο ποιητής που υποδυόταν τον στιχουργό», με τον οποίο οικοδόμησε μια σχέση ζωής) και ο Κώστας Τριπολίτης, ενώ τα τελευταία 20 χρόνια τακτικός συνεργάτης του και στενός φίλος υπήρξε ο Οδυσσέας Ιωάννου.

Ένας συνθέτης χρειάζεται στίχους, αλλά και ερμηνευτές και ο Μικρούτσικος είχε την ευτυχία να συνεργαστεί με σπουδαίες φωνές. Στους τραγουδιστές που «περπάτησαν μαζί του» (τίτλος που δόθηκε στις δύο μεγάλες συναυλίες του Ιουνίου 2018 στο Θέατρο Βράχων) συμπεριλαμβάνονται οι (αλφαβητικά): Χάρις Αλεξίου, Ρίτα Αντωνοπούλου, Χρήστος Θηβαίος, Κώστας Θωμαΐδης, Γιάννης Κότσιρας, Γιώργος Μεράντζας, Μανώλης Μητσιάς, Γιώργος Νταλάρας, Βασίλης Παπακωνσταντίνου, Μίλτος Πασχαλίδης και η Μαριάννα Πολυχρονίδη. Επίσης, σπουδαία θέση ανάμεσα στους συνεργάτες του κατέχουν ο Γιάννης Κούτρας (τραγουδιστής που συνδέθηκε με τις ερμηνείες του στον «Σταυρό του Νότου»), ο Δημήτρης Μητροπάνος και η Μαρία Δημητριάδη.

Όλοι αυτοί -όπως είχε δηλώσει ο Θάνος- «[τ]ου χρωστάνε όσα ακριβώς τους χρωστά[ει] και [εκείνος]!». Γιατί, πράγματι, εκείνος έγραψε τα τραγούδια, αλλά οι φωνές τους τα έκαναν γνωστά στον κόσμο. Για τους καλλιτέχνες αυτούς ο Μικρούτσικος υπήρξε δάσκαλος μοναδικός, καθοδηγητής, ενώ για ορισμένους έπαιξε ακόμη και τον ρόλο του πατέρα. Δίδασκε ήθος, πάθος, γενναιοδωρία, πειθαρχία, μεθοδικότητα, οργάνωση, αποτελεσματικότητα. Δε δίσταζε να δώσει ευκαιρίες, να υποστηρίξει, να χαρίσει απλόχερα, να αφιερωθεί, να νοιαστεί, να συμβουλέψει, να διορθώσει, αλλά και να μάθει ο ίδιος. «Τίποτα που δεν έχεις χαρίσει δε θα είναι ποτέ πραγματικά δικό σου» έλεγε.

Αλλά και για τους νεαρούς θαυμαστές του υπήρξε πρότυπο, προκαλώντας τoυς να τον προσεγγίσουν με ένα μείγμα θαυμασμού, σεβασμού και οικειότητας. «Τα νέα παιδιά που με σταματούν στον δρόμο και μου λένε ‘ευχαριστούμε που υπάρχεις’ έχουν ένα βλέμμα που με μαχαιρώνει».

Αποκορύφωμα της μουσουργίας του, «αιχμή του δόρατος» όπως παραδεχόταν και ο ίδιος, υπήρξε αδιαμφισβήτητα το έργο του πάνω στην ποίηση του Νίκου Καββαδία: «Σταυρός του Νότου» (1979) και «Γραμμές των Οριζόντων» (1991). Η δουλειά αυτή από το 1979 και μέχρι σήμερα έχει ξεπεράσει τα δύο εκατομμύρια σε πωλήσεις αγγίζοντας τα ευρωπαϊκά ρεκόρ στον χώρο της μελοποιημένης ποίησης. Αυτό που πολλοί αγνοούν είναι ότι αρχικά τα τραγούδια αυτά γράφτηκαν για το σίριαλ «Πορεία 090» της κρατικής τηλεόρασης, που είχε αντίστοιχης θεματολογίας περιεχόμενο.

Ο Μικρούτσικος δεν ανέδειξε μόνον τη μοναδικότητα του Καββαδία (ενός ποιητή τουλάχιστον αδικημένου και παρεξηγημένου -αν όχι άγνωστου- έως τότε), αλλά κατόρθωσε κάτι μοναδικό στην ιστορία του ελληνικού τραγουδιού: να καταστήσει ένα έργο ζωντανό οργανισμό. «Από το ’79 που κυκλοφόρησε ο δίσκος άρχισε η ηχητική αλλαγή του έργου, η μετεξέλιξή του και δεν εννοώ μόνο ενορχηστρωτικά. Ενώ δηλαδή, διατηρείται ο αρχικός πυρήνας, μεταβάλλονται σε αρκετά τραγούδια η αρμονία και ο ρυθμός, μπαίνουν ακόμη και αυτοσχεδιασμοί. Ένα έργο μεταβαλλόμενο που σε ιντριγκάρει αβίαστα να το πας παραπέρα. Η σημερινή γενιά, οι εικοσάρηδες, θεωρούν το έργο τωρινό, δικό τους, όχι έργο μνήμης» είχε δηλώσει ο ίδιος χαρακτηριστικά. Ο «Σταυρός του Νότου» διαφοροποιείται, επομένως, από όλα (σχεδόν) τα υπόλοιπα έργα καθώς κάθε νέα γενιά βρίσκει το δικό της σημείο αναφοράς, ταυτίζεται αυθόρμητα με κάποιο στοιχείο του έργου, εκφράζεται ουσιαστικά και συγκινείται βαθιά.

Όπως αναφέρθηκε, βέβαια, τεράστια προσφορά αυτού του έργου αποτελεί η ανάδειξη ενός μοναδικού ποιητή, που πλέον έχει αγαπηθεί όσο λίγοι. Οι ναυτικοί, οι πόρνες στα λιμάνια, τα κύματα, τα μακρινά ταξίδια είναι η αφορμές των ποιημάτων του Καββαδία, η επιφάνεια και όχι η ουσιαστική θεματολογία. Ο «Αρμενιστής Ποιητής» χρησιμοποιώντας τους όρους και τις περιπέτειες που αποτελούσαν τη ναυτική ζωή του καταπιάνεται με την περιγραφή ανθρώπινων συναισθημάτων, στιγμών, εμπειριών που αγγίζουν τον ψυχισμό κάθε αναγνώστη. Μιλάει για τη δύναμη της ζωής, για την ελευθερία, την αξία της ανατροπής. Σε ταξιδεύει εκεί που δεν υπάρχουν όρια, συμβάσεις λιμάνια, στεριές. Σε καλεί να ονειρεύεσαι, γιατί χωρίς το όνειρο ο άνθρωπος δεν υπάρχει. Αυτός είναι που πρώτος έγραψε «χόρεψε πάνω στο φτερό του καρχαρία», φράση που ο Θάνος μετέτρεψε σε προμετωπίδα όχι μόνο του έργου του πάνω στον Καββαδία, αλλά και της ζωής του ολόκληρης. Πυρσός.

«Η εργασία μου πάνω στον Καββαδία με έχει σφραγίσει οριστικά. Γνωρίζω πια ότι με τα τραγούδια αυτά θα πορεύομαι μέχρι τέλους.»

Ο Θάνος Μικρούτσικος διατέλεσε σε πολλά αξιώματα και θέσεις ευθύνης στον τομέα της πολιτιστικής διαχείρισης. Ανάμεσα σε αυτές ξεχωρίζουν: Ιδρυτής και καλλιτεχνικός διευθυντής του Διεθνούς Φεστιβάλ Πάτρας, Καλλιτεχνικός διευθυντής του Μουσικού Αναλογίου στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (1990-1993), Αναπληρωτής Υπουργός Πολιτισμού (1993-1994) και Υπουργός Πολιτισμού (1994-1996).

Ο Μικρούτσικος ήταν άνθρωπος δοτικός, παθιασμένος, ερωτευμένος με τη ζωή και τις στιγμές της. Οι γυναίκες έπαιξαν σημαντικό ρόλο στη ζωή του. «Οι γυναίκες ήταν κινητήρια δύναμη! Είμαι δοτικός και καθόλου τσιγκούνης στα συναισθήματα. Προτιμώ να φάω μια σφαλιάρα άνευ προηγουμένου, παρά να είμαι επιφυλακτικός και να μη δίνομαι». Παντρεύτηκε 3 φορές. Από το 1996 σύζυγός του είναι η συγγραφέας Μαρία Παπαγιάννη, που του στάθηκε με αγάπη και δύναμη ως το τέλος, ενώ μαζί απέκτησαν και δύο παιδιά την Αλεξάνδρα και τον Στέργιο. Για τη σύζυγό του Μαρία συνήθιζε να αλλάζει στις συναυλίες του τον στίχο της τελευταίας στροφής από το τραγούδι «Θεσσαλονίκη» και να λέει: «πριν δέκα χρόνια μεθυσμένη (Μαρία) μου είπες σ’ αγαπώ». Ο Μικρούτσικος είχε και δύο μεγαλύτερες κόρες: τη Σεσίλ και την Κωνσταντίνα. Και οι δύο δραστηριοποιούνται στον χώρο του πολιτισμού και της καλλιτεχνικής έκφρασης.

Αγωνιστής του Τώρα, της Στιγμής, του Σήμερα. «Πρέπει να ορίζουμε τους μύθους του σήμερα και όχι να τους αφήνουμε να τους ορίσει μιαν άλλη εποχή». Έτσι δήλωνε. Ήθελε οι άνθρωποι να συμμετέχουν με όλο τους το είναι σε όσα ζουν, να δίνουν το κορμί και το μυαλό τους σε αυτά που πιστεύουν και να αγωνίζονται για αυτά σε χρόνο Ενεστώτα.

Είχε μια ιδιαίτερη και δυναμική αντίληψη απέναντι στο ζήτημα του Χρόνου και αυτό το απέδειξε ακόμη περισσότερο το τελευταίο διάστημα της ζωής του, κατά το οποίο έδωσε την πλέον άνιση μάχη, τη μάχη απέναντι στον καρκίνο. «Τον θάνατο, δεν τον φοβάμαι! Καθόλου! Από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι την ώρα που πεθαίνουμε με νορμάλ τρόπο, περνάνε 4.160 Σαββατοκύριακα. Πενήντα δύο είναι τα Σαββατοκύριακα του έτους, επί 80 χρόνια που ’ναι ο μέσος όρος ζωής, 4.160 μας βγαίνει». Καλούσε τον κόσμο να αξιοποιήσει τον χρόνο που του δίνεται, να ρουφήξει τη ζωή, να μάθει και να νιώσει, να ζήσει τις στιγμές με όλες του τις δυνάμεις και έτσι να μεγεθύνει τον χρόνο.

Αλλά και η στάση του απέναντι στον Θάνατο υπήρξε συγκλονιστική: «[…] Γεννιόμαστε, εν ολίγοις, για να παλέψουμε στο ρινγκ με έναν τύπο τρία μέτρα ψηλό, γεροδεμένο, φορμαρισμένο (δηλ. τον Χρόνο), ο οποίος είναι προδιαγεγραμμένο ότι στον πέμπτο γύρο θα μας βγάλει νοκ-άουτ. Το στοίχημα που έχω βάλει, και μέχρι τώρα τα ’χω καταφέρει, είναι σε κάθε γύρο να του αλλάζω τον αδόξαστο! Τον κερδίζω στα σημεία και με αυτό τον τρόπο τον φρενάρω! Τι θα κάνουμε, θα τα κάνουμε  απάνω μας; Χρόνος ίσον θάνατος!». Αυτά είχε δηλώσει με περίσσεια ειλικρίνεια και ευθύτητα (όπως συνήθιζε άλλωστε) σε συνέντευξή του πριν αρχίσει η περιπέτεια της υγείας του. Αργότερα, όσο πάλεψε με τον καρκίνο επέδειξε έναν μοναδικό ηρωισμό. Ο ειλικρινής δυναμισμός του ήταν αφοπλιστικός, δε σου επέτρεπε να νιώσεις οίκτο, παρά μόνο θαυμασμό. «Ρε καρκίνε, με λάθος άνθρωπο τα έβαλες…» έλεγε.

Και σε αυτή την περιπέτεια όλος ο κόσμος ήταν στο πλευρό του: «Παίρνω ενέσεις από τον κόσμο! Τα τελευταία 10 χρόνια (και δεν αναφέρομαι στα δύο της αρρώστιας) ο κόσμος μου δείχνει την αγάπη του σε ένα επίπεδο ουσιαστικό. Και έτσι είναι σα να κερδίζεις εν ζωή την αιωνιότητα! Δεν τον φοβάμαι διόλου τον καρκίνο! Τον έχω νικήσει πάνω σ’ αυτή τη βάση – της μεγάλης αγάπης του κόσμου.»

Ήταν ανέκαθεν πολιτικοποιημένος και ταγμένος στην Αριστερά. Στα χρόνια που προηγήθηκαν της Δικτατορίας βρέθηκε κοντά στην ΕΔΑ και τη Νεολαία Λαμπράκη, ενώ επί δικτατορίας έλαβε μέρος στην εξέγερση του Πολυτεχνείου. Μεταπολιτευτικά συνέπλευσε με το ΕΚΚΕ, χωρίς να γίνει ποτέ μέλος του λόγω ιδεολογικών διαφορών. Στις αρχές της δεκαετίας του 1980 απέκτησε επαφές με το ΚΚΕ, ενώ αργότερα οι δρόμοι τους χώρισαν. Την περίοδο του «βρώμικου ’89» άρχισε η σχέση του με τον Ανδρέα Παπανδρέου, στην τελευταία κυβέρνηση του οποίου υπουργοποιήθηκε. Τα τελευταία χρόνια επανασυνδέθηκε με το ΚΚΕ συμμετέχοντας σε εκδηλώσεις και συναυλίες που διοργανώθηκαν το 2018 με αφορμή τα 100 χρόνια του κόμματος, στις οποίες και τιμήθηκε. Στις βουλευτικές εκλογές του 2019, είχε συμπεριληφθεί ως υποψήφιος στην τιμητική τελευταία θέση του ψηφοδελτίου Επικρατείας του κόμματος.

Το πάθος του, όμως, για αγώνα, για την κατάκτηση του αδύνατου δεν περιοριζόταν μόνο στην επιθυμία του για τη συγκρότηση μιας κοινωνίας που ο άνθρωπος θα μπορέσει να αυτοπραγματωθεί, «την κοινωνία, δηλαδή, που ο ποιητής θα ψαρεύει και ο ψαράς θα γράφει ποιήματα». Η κατάκτηση του αδύνατου αξίζει να χαρακτηρίζει κάθε άνθρωπο σε όλες τις εκφάνσεις της ζωής του. Επομένως, καλούσε τους ανθρώπους να ξεπεράσουν τα όριά τους, να κυνηγήσουν το ανέφικτο, το μαγικό και να «χορέψουν στο φτερό του καρχαρία». «Αν υπάρχει μια ελπίδα για κάτι ανώτερο, ας την εξαντλήσουμε» έλεγε ο Θάνος.

«Πρέπει πάντα να αφήνουμε ανοιχτό το παράθυρο στο όνειρο!» έτσι φώναζε, αυτό παρότρυνε τους ανθρώπους γύρω του να κάνουν. Και πράγματι μόνο έτσι αξίζει η ζωή, με ένα παράθυρο ανοιχτό στο όνειρο, όσο μικρό κι αν είναι αυτό. «Λυπήσου αυτούς που δεν ονειρεύονται» έγραψε ο Καββαδίας και ο Θάνος δεν έπαψε να μας το υπενθυμίζει λεπτό.

Μιλούσε για την ανάγκη δημιουργίας νησίδων αναπνοής σε αυτές τις βάρβαρες και δύσκολες εποχές και ο ίδιος υπήρξε μια από αυτές.

Ο Μικρούτσικος πάνω στη σκηνή ήταν ένας ασυναγώνιστος περφόρμερ. Ένταση, παραστατικότητα, χιούμορ, επικοινωνία με τον κόσμο, αφήγηση. Ταξίδευε το κοινό, ψυχαγωγούσε το κοινό, συγκινούσε το κοινό, άγγιζε το κοινό. Οι συναυλίες και οι παραστάσεις του ήταν εμπειρίες πλήρεις, πολυδιάστατες, μοναδικές και σίγουρα ανεπανάληπτες.

Κι ύστερα ο Θάνος έμενε μόνος. Μόνος με το πιάνο του σε έναν ωκεανό. Και έφευγε σιγά σιγά, ταξίδευε. Άρχιζαν να γεννιούνται ήχοι, καινούριοι κάθε φορά, αλλιώτικοι, δικοί του. Χανόταν και μέσα στην τρικυμία κουνούσε ρυθμικά το κεφάλι. Τον υπνώτιζε γαλήνια η ίδια του η μουσική. Και τότε: «Εφτά σε παίρνει αριστερά…» και το όνειρο ξεδιπλωνόταν. Μαζί του χανόταν και όποιος τον άκουγε. Και έφευγαν μαζί. «Θυμίζεις κάμαρες κλειστές, στεριά μυρίζεις». Το ταξίδι απλωνόταν μέσα μας. «[…] ποιος ρήγα γιός θε να την πιει σ’ ένα ποτήρι». Ο ρυθμός εκτοξευόταν και ο Θάνος -ήταν βέβαιο πλέον- δε βρισκόταν στη Γη, παρά σε κάποιο μακρινό κύμα. Ρυθμός, ρυθμός δυνατός, ρυθμός απίστευτος. «Γιε μου πού πας, μάνα θα πάω στα καράβια». Και η μουσική σταματούσε ακαριαία για να την ακολουθήσει ένα παραλήρημα από χειροκροτήματα και φωνές. Αυτό συνέβαινε κάθε φορά, όποτε παιζόταν το κομμάτι, σε οποιοδήποτε φεστιβάλ, παράσταση, συνάντηση. Όμως τον Μάιο του 2019, αυτό που συνέβη στο Μέγαρο Μουσικής ήταν κάτι το αδιανόητο και είμαι ευτυχής που το έζησα. Όταν τελείωσε η συγκλονιστική ερμηνεία των 7 Νάνων και ο Θάνος γύρισε δακρυσμένος προς το κοινό, εκείνο τον αποθέωσε με ένα ασταμάτητο χειροκρότημα 14 λεπτών. Όλοι όρθιοι, όλοι για αυτόν, εκεί, με πάθος. Όλοι. Όρθιοι. 14 λεπτά. Ήταν μια από τις τελευταίες φορές που έπαιξε το κομμάτι. Η τελευταία ήταν στο Ηρώδειο λίγες εβδομάδες αργότερα, στην προσωπική του συναυλία που αφιέρωσε -πού αλλού- στον Καββαδία.  

Όταν το 1983 σε μια συναυλία του ο Θάνος είπε: «Θα σας παίξω τώρα ένα καινούριο τραγούδι σε ποίηση Νίκου Καββαδία. Το παρουσιάζω για πρώτη φορά», κανείς δε μπορούσε να γνωρίζει ότι θα γινόταν το σήμα κατατεθέν του, η ίδια η ψυχή του, το τραγούδι της ζωής του.

Ο Θάνος Μικρούτσικος ήταν ένας ευτυχισμένος άνθρωπος. Έζησε και έφυγε βαθιά ικανοποιημένος από τη ζωή του, απολύτως πλήρης σε όλους τους τομείς. Ο απολογισμός της ζωής του δε θα μπορούσε παρά να είναι απόλυτα θετικός. Μια ζωή πλούσια, γεμάτη αναγνώριση, επιτυχία, δημιουργία και πάρα πολλή αγάπη από ένα κοινό που τον λάτρεψε.

Η σύνδεσή μου μαζί του είναι βαθιά, δυνατή και ειλικρινής. Η απώλειά του είναι τεράστια για τη μουσική, για την Ελλάδα, για εμένα.

Όμως –όπως είπε ο Χρήστος Θηβαίος– «καλύτερα που είπαμε αντίο, παρά να μην είχαμε συναντηθεί ποτέ».

«κι αυτό που θέλω να σου πω, το πιο όμορφο απ’ όλα, δε στο’ χω πει ακόμα…»

Μαζί σου Θάνο.

(και το Sultans of Swing παίζει από τα ηχεία)

+ posts