Εν μία νυκτί, άπαντες αντιφασίστες

Εν μία νυκτί, άπαντες αντιφασίστες

Η 7 Οκτώβρη του 2020 είναι σίγουρα μία μέρα που όλοι θα θυμόμαστε με δέος, περηφάνια, συγκίνηση και σαφέστατα σεβασμό. Την 6η Μάιου του 2012 όπου η ΧΑ συγκέντρωσε ποσοστό ψήφων 6,97%, κερδίζοντας έτσι την 6η θέση στο Κοινοβούλιο, άραγε την θυμάται κανείς; Τις εκλογές του Γενάρη του 2015 κατά τις οποίες 388.447 άνθρωποι έδωσαν την ψήφο τους στο ναζιστικό κόμμα, σα να τις ξεχάσαμε εύκολα.

Αποτελεί απότοκο της κοινής λογικής πως σε ένα πλαίσιο αντιπροσωπευτικής δημοκρατίας, η ύπαρξη ενός ναζιστικού κόμματος στο Kοινοβούλιο αντικατοπτρίζει μια μερίδα του ελληνικού πληθυσμού η οποία εμφορείται από παρόμοιες ιδέες. Η διαπίστωση αυτή μας φέρνει αντιμέτωπους με το συμπέρασμα πως ακόμα κι αν καταδικάσθηκαν οι υπαίτιοι των εγκλημάτων, κι αν αποδόθηκε Δικαιοσύνη, σε μια σκοτεινή πλευρά της κοινωνίας μας ο κίνδυνος του φασισμού παραμένει ζωντανός. Γιατί μπορεί να δοθήκαν στη δημοσιότητα 69 ονόματα, όμως οι ένθερμοι και μη, υποστηρικτές του κόμματος (εγκληματικής οργάνωσης με τα νέα δεδομένα), βρίσκονται ακόμα έξω, αναζητώντας το νέο προσωπείο με το οποίο θα ντύσουν τη νοσηρή τους ιδεολογία. Γι’ αυτόν τον λόγο, το μαχαίρι που δολοφόνησε τον Φύσσα, φέρει πάνω του περίπου 400.000 αποτυπώματα, όχι μόνο του Ρουπακιά κι ας καταδικάστηκε μονάχα αυτός για το ειδεχθές έγκλημα. Όλοι έχουν ευθύνη, όλοι έχουμε ευθύνη. Θα ήταν παράλογο να πιστέψει κανείς πως ο αγώνας με τον φασισμό έληξε τη μέρα εκείνη στο Εφετείο, όταν τόσοι και τόσοι έδωσαν την ψήφο τους στη Χ.Α., συμμετείχαν στις συγκεντρώσεις της, κραύγασαν τα συνθήματά της και ύψωσαν το χέρι τους με τρόπο απεχθή. Όλοι αυτοί βρίσκονται ανάμεσά μας για να μας υπενθυμίσουν πως η μάχη κατά του Φασισμού συνεχίζεται και οφείλουμε όλοι να είμαστε εκεί, στην πρώτη γραμμή.

Μανώλης Αναγνωστάκης

Φοβάμαι

τους ανθρώπους που εφτά χρόνια

έκαναν πως δεν είχαν πάρει χαμπάρι

και μια ωραία πρωία –μεσούντος κάποιου Ιουλίου–

βγήκαν στις πλατείες με σημαιάκια κραυγάζοντας

«Δώστε τη χούντα στο λαό».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που με καταλερωμένη τη φωλιά

πασχίζουν τώρα να βρουν λεκέδες στη δική σου.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που σου ‘κλειναν την πόρτα

μην τυχόν και τους δώσεις κουπόνια

και τώρα τους βλέπεις στο Πολυτεχνείο

να καταθέτουν γαρίφαλα και να δακρύζουν.

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που γέμιζαν τις ταβέρνες

και τα ‘σπαζαν στα μπουζούκια

κάθε βράδυ

και τώρα τα ξανασπάζουν

όταν τους πιάνει το μεράκι της Φαραντούρη

και έχουν και «απόψεις».

Φοβάμαι τους ανθρώπους

που άλλαζαν πεζοδρόμιο όταν σε συναντούσαν

και τώρα σε λοιδορούν

γιατί, λέει, δεν βαδίζεις στον ίσιο δρόμο.

Φοβάμαι, φοβάμαι πολλούς ανθρώπους.

Φέτος φοβήθηκα ακόμα περισσότερο.

Εκτός όμως από τους δηλωμένους χρυσαυγίτες, που κατέδειξε η Δίκη αυτή, παράλληλα φανερώθηκε μία νέα μερίδα ανθρώπων, οι όψιμοι αντιφασίστες. Στις 7 Οκτώβρη, άνθρωποι που στο πρόσφατο παρελθόν δήλωναν ότι δεν έχουν και κάποιο πρόβλημα με την ΧΑ, βγήκαν και μίλησαν για νίκη της Δημοκρατίας, πολιτικοί που είχαν συνεργαστεί με βουλευτές του εν λόγω κόμματος, πανηγύρισαν τον «θάνατο του φασισμού», κανάλια που επανειλημμένως «ξέπλυναν», αλλά και φιλοξένησαν ονόματα της ΧΑ, μίλησαν με συγκίνηση για απόδοση Δικαιοσύνης, και Ελευθερία. Εξάφνου, ο αντιφασισμός έγινε μόδα και κάπως έτσι άρχισε ένα νέο «ξέπλυμα». Ένα ξέπλυμα πιο σκοτεινό, πιο νοσηρό, πιο επικίνδυνο από κάθε άλλο. Γιατί τουλάχιστον μέχρι πρότινος, γνωρίζαμε με τι είχαμε να κάνουμε, τώρα οι όψιμοι αντιφασίστες με έναν δημοκρατικό μανδύα πασχίζουν να κρυφτούν και να πείσουν για τη νέα τους ταυτότητα. Δεν είναι δυνατόν οι ίδιοι που συνεργάζονταν με την εγκληματική οργάνωση που την ψήφιζαν και την υποστήριζαν, να ζητωκραυγάζουν, να διαφημίζουν και να καπηλεύονται μια νίκη που σαφέστατα δεν τους ανήκει. Γίναμε όλοι εν μία νυκτί αντιφασίστες. Κι αυτό γιατί; Γιατί τώρα η ψυχολογία της μάζας επιτάσσει να ανεβάσουμε αντιφασιστικά ποστ, να κάνουμε αναρτήσεις με το πρόσωπο της κ. Μάγδας και να δηλώσουμε περήφανοι για το δικαστικό σύστημα της χώρας μας. Κι ας μην πηγάζει τίποτα απ’ αυτά από μέσα μας, κι ας είναι μία τάση, κάτι εφήμερο, κάτι ξένο για ορισμένους.

Η 7 Οκτώβρη όμως ήταν, είναι και θα είναι μια μέρα γιορτινή και αυθεντική. Θα στέκεται εκεί να μας θυμίζει τα θύματα του φασισμού και τον καθημερινό αγώνα που όλοι οφείλουμε να δίνουμε στο όνομα αυτών που χάθηκαν. Για να μη ξαναζήσουμε τέτοιες στιγμές, να μη ξανά θρηνήσουν μάνες τα παιδιά τους, να μην ξανά υπάρξει εύφορο έδαφος για το τέρας του ναζισμού.