Η Κόλαση έχει ανθρώπινο πρόσωπο

Η Κόλαση έχει ανθρώπινο πρόσωπο

Λένε πως υπάρχει μία μαγική γραμμή που διαχωρίζει το παρελθόν από το παρόν, ένα χοντρό, πολυκαιρισμένο δίχτυ που άπαξ και το περάσεις δεν υπάρχει γυρισμός. Είσαι στην μία πλευρά και με ένα βήμα βρίσκεσαι στην άλλη. Λήθη. Η αγαπημένη φίλη του ανθρώπου. Χάρη σε αυτή μπορεί και βάζει για ύπνο πόνο, φρίκη, πράξεις και συναισθήματα. Περίεργη αίσθηση το πώς μπορεί κανείς να νιώσει ασφάλεια πιστεύοντας στο πέρασμα του χρόνου, πώς μπορεί να εναποθέσει όλες του τις ελπίδες για την ανθρωπότητα πάνω σε ένα αόρατο πέπλο που θα έρθει, θα σκεπάσει και θα καλύψει την πληγή. Να κλείσει τα μάτια και αμέριμνος να προχωρήσει προς το μέλλον. Γιατί είναι απόλυτα σίγουρος ότι θα έρθει. Πάντοτε έρχεται και η ζωή ξέρει να συνεχίζεται. Είναι κάποιες φορές όμως που το πέπλο δεν είναι αρκετό για να κρύψει το σκοτάδι από κάτω του. Όσο και να προσπαθήσουν οι άνθρωποι, από όποιο υλικό και αν το φτιάξουν. Και δεν ξέρω αν θα έπρεπε να προσπαθήσουν δηλαδή. Είναι κάποια πράγματα που δεν μπορούν να ξεχαστούν. Είναι κάποια πράγματα που δεν πρέπει να ξεχαστούν. Πώς να αφήσει κανείς πίσω του την Κόλαση; Κάποια φαντάσματα δεν θα περάσουν ποτέ το δίχτυ του χρόνου, θα είναι για πάντα εδώ, ανάμεσά μας.

Στάση Άουσβιτς-Μπιρκενάου, στέκομαι μπροστά στη μεγαλύτερη βιομηχανία θανάτου κατά τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και δεν υπάρχει κανένα δίχτυ προστασίας που να κρατάει την δεκαετία του 1940 σε απόσταση. Μπορεί τα χτίσματα να έχουν χάσει την αρχική μορφή τους, οι ράγες του τρένου να έχουν σκουριάσει και τα διαχωριστικά, ηλεκτροφόρα σύρματα να μην έχουν πια ισχύ, ο πόνος όμως δεν ξεθωριάζει έτσι απλά. Είναι διαφορετικό όταν στα ερείπια συγκαταλέγονται ποδοπατημένες ζωές ανθρώπων. Ψυχές που πάρθηκαν με την βία και έσβησαν πριν την ώρα τους ενώ ακόμη λειτουργούσαν κανονικά. Πατάω πάνω στο μαλακό χώμα μα δεν αφήνω πίσω μου βήματα. Το έδαφος έχει σφραγιστεί από τα τελευταία σημάδια ζωής τόσων ανθρώπων. Έγραψε και δεν ξεγράφει. Έγραψε και έπειτα σκλήρυνε απότομα. Όσο μαλακό και αν γίνεται χάρη στη βροχή από τότε, δεν προστίθεται ούτε βήμα. Ένας φόρος τιμής στα θύματα. Είπε «Δεν μπόρεσα να σας σώσω, σας άφησα να περπατάτε στον δρόμο μου οδηγώντας σας σε ένα ταξίδι χωρίς επιστροφή, όμως δεν θα αφήσω κανέναν σας να ξεχαστεί. Δεν μπορέσατε να ζήσετε το τότε που σας αναλογούσε μα θα ζήσετε την αιωνιότητα μέσα από μένα. Το κάθε σας βήμα θα έχει μία ξεχωριστή θέση στο μονοπάτι μου. Κανένα πόδι δεν θα αφήσει ισχυρότερο αποτύπωμα από ό,τι αφήσατε εσείς σε αυτόν τον τόπο».

Τα βράδια όταν πέφτει το σκοτάδι, το στρατόπεδο ζωντανεύει ξανά. Οι αδικοχαμένες ψυχές επιστρέφουν στο χώρο του εγκλήματος και διεκδικούνε την ζωή τους πίσω. Δεν είναι απλή επιθυμία, αλλά απαίτηση. Απαίτηση για την ελευθερία που τους στέρησαν, για τα όνειρα που τους έκλεψαν μέσα από τα χέρια, για την δικαίωση που δεν θα βρουν ποτέ. Οι κοιτώνες γεμίζουν ξανά και όλοι περιμένουν για μία δεύτερη ευκαιρία. Άντρες που δουλεύουν χωρίς σταματημό με ένα κορμί απορίας άξιο πώς στέκεται ακόμη όρθιο, γυναίκες που δέχονται πειράματα στείρωσης στο κορμί τους, παιδιά που χαμογελώντας πάνε για το «μπάνιο» τους. Όλοι τους πονάνε, μα όλοι τους στέκονται στα πόστα τους απερίσπαστοι. «Λίγο ακόμη υπομονή, αυτή τη φορά το νιώθω, θα γίνει το θαύμα» μουρμουρίζουν μέσα από τα δόντια τους. Όσο περνάει όμως η ώρα, αρχίζουν να αφηνιάζουν. Τρίβουν με μανία τα χέρια τους μες στο νερό να σβήσουν τον πολυψήφιο αριθμό που καθορίζει πλέον την ταυτότητα και την μοίρα τους. Στριγκλίζουν μέσα στη νύχτα και η φωνή τους παίρνει τη μορφή παγωμένου, σαρωτικού αέρα. Περνάει μέσα από τα ερείπια, σπάζει ό,τι έχει απομείνει και ουρλιάζει να ελευθερωθεί. Θέλει να κατεδαφίσει τα συρματοπλέγματα που τοποθέτησαν σε αυτόν τον χώρο, θέλει να κατεδαφίσει τα συρματοπλέγματα που έσφιξαν γύρω από το λαιμό της και την έπνιξαν την τελευταία φορά. Μα όπως κάθε φορά, έτσι και τώρα κανένα θαύμα δεν συμβαίνει. Οι θάλαμοι αερίων λειτούργησαν κανονικά και τα κρεματόρια έκαναν στάχτη οποιαδήποτε ελπίδα λύτρωσης αυτών των εκατομμυρίων ανθρώπων. Αυτών των ανθρώπων που είναι καταδικασμένοι να ζουν τον ίδιο πόνο ξανά και ξανά και να μην βρουν ποτέ ηρεμία, αφού το μέγεθος της φρίκης δεν μπορεί να μετρηθεί και ο χρόνος να γυρίσει πίσω.

Ξέρω πως δεν μπορώ να δω την μορφή τους, όμως μπορώ να φυλάξω μέσα μου κάτι από την αύρα τους. Να ψηλαφίσω τις επιφάνειες που κάποτε άγγιξαν και εκείνοι, να βρεθώ δίπλα στα αγαπημένα τους αντικείμενα από μία ζωή προηγούμενη, επιλεγμένη από τους ίδιους που θα άξιζε να θυμάται κανείς. Ακόμη και να ρουφήξω με τα ρουθούνια μου την μυρωδιά τους -όσο οδυνηρό και αν είναι, είναι σημαντικό. Θα ήθελα να σκέφτομαι πως κάποια ανώτερη δύναμη φρόντισε με κάποιο τρόπο για εκείνους, πως δεν ήτανε απλά περαστικοί. Πως κάποιος σκόπιμα αποφάσισε πως αυτός πρέπει να είναι ο τρόπος που δεν θα ξεχαστούν ποτέ και δεν ήταν απλά τύχη ό,τι έχει διατηρηθεί μέχρι σήμερα. Πως θα μείνουν για πάντα εδώ, δεν θα περάσουν στην άλλη πλευρά του χρόνου και μάλιστα θα συνεχίσουν να ζουν, μοιράζοντας μικρά κομμάτια της αύρας τους σε κάθε πλάσμα του κάθε σήμερα.

Αυτοί οι άνθρωποι δεν ήμουνα εγώ, όμως δεν με χωρίζει τίποτα από εκείνους. Γιατί αυτοί οι άνθρωποι ήταν σαν και μένα, σαν και σένα, σαν και όλους μας. Άνθρωποι με συναισθήματα, όνειρα και φόβους. Άνθρωποι με δίψα για έρωτα, αγάπη και ζωή. Άνθρωποι που πίσω τους είχαν μία οικογένεια, δουλειά και σπίτι και μέσα σε μία στιγμή έχασαν τα πάντα. Και στη θέση τους θα μπορούσα να βρίσκομαι και εγώ, στην θέση τους μπορεί να βρεθώ και εγώ. Γιατί όσο ο φασισμός και ο ναζισμός υπάρχουνε ακόμη, τίποτα δεν έχει τελειώσει. Και δεν είναι καθόλου δύσκολο να ξανά φτάσουμε εκεί. Δεν ξέρω αν υπάρχει Κόλαση χριστιανική για τους πεθαμένους και πώς προσομοιάζει. Αυτό όμως που μπορώ να πω με σιγουριά είναι ότι σαν την Κόλαση που είναι ικανός να πλάσει ο Άνθρωπος, περισσότερο καμία δεν μπορεί να μας κάψει.

+ posts

Ονομάζομαι Κωνσταντίνα Τσέλιου και σπουδάζω στο Παιδαγωγικό Τμήμα Δημοτικής Εκπαίδευσης στο ΕΚΠΑ. Διαβάζω βιβλία, αγαπάω τη μουσική και παίζω κιθάρα. Έχω μία ιδιαίτερη αγάπη προς τη λογοτεχνία και την ποίηση ενώ ανέκαθεν το γράψιμο ήταν η διέξοδός μου. Πιστεύω στην ομορφιά αυτού εδώ του κόσμου και κυρίως στη δύναμη που διαθέτουμε για να τον κάνουμε καλύτερο!