Η Παναγία των Παρισίων

Η Παναγία των Παρισίων

Μπορεί να είμαι 20 χρονών αλλά την λατρεία μου για τα κινούμενα σχέδια δεν την κρύβω. Θυμάμαι μικρή, σχεδόν κάθε βράδυ βιαζόμουν να τελειώσω με τα σχολικά μαθήματα, ώστε να διαλέξω απ’ την τεράστια μου συλλογή, ένα DVD για να δω πριν πάω για ύπνο. Κάποια ήταν πιο αγαπημένα και άλλα λιγότερο. Θυμάμαι, όμως, πολύ καλά, ότι ένα συγκεκριμένο DVD κάθε φορά μου έφερνε μια δυσφορία όπως το κοιτούσα στη συλλογή μαζί με όλα τ’ άλλα. Και αυτό δεν ήταν άλλο, παρά η «Παναγία των Παρισίων».

Νομίζω ήταν η πρώτη φορά που ως μικρό κοριτσάκι ήρθα αντιμέτωπη με την πραγματική ασχήμια του κόσμου. Βέβαια τότε είχα πείσει τον εαυτό μου ότι δεν γίνονται αυτά στην πραγματικότητα και ότι οι κακοί είναι λίγοι, που πάντα ηττώνται από τους καλούς. Έκανα τον εαυτό μου να πιστέψει ότι η καλοσύνη βασιλεύει στον κόσμο και πως οι άνθρωποι δεν κρίνουν το διαφορετικό, δεν το σιχαίνονται και ούτε προσπαθούν πάση θυσία να το εξοντώσουν.

Σήμερα, λοιπόν, το αθώο κοριτσάκι που έχω μέσα μου προσπαθεί με κάθε τρόπο να επιζήσει και να μην χαθεί. Η αλήθεια είναι πως δυσκολεύομαι να το κρατήσω ζωντανό. Βλέπετε, είναι κάπως περίεργο να πιστεύεις από μικρή στην ανθρωπότητα και όταν ανοίγεις σήμερα το «μαγικό γυαλί», να βλέπεις μωρά να ξεβράζονται στο Αιγαίο λες και είναι κάποιο ξεχασμένο σκουπίδι μέσα στη θάλασσα.

Και εκεί που ελπίζω πως όλα θα φτιάξουν, πως θα τα φτιάξουμε εμείς, μαζί, ενωμένοι, ξαφνικά ακούω σα βόμβες να προσγειώνονται δίπλα μου όλα τα «καλά να πάθουνε», «ποιος τους είπε να έρθουν εδώ;», «να καθόντουσαν στα μέρη τους» και άλλες τέτοιες κακίες και χολές. Και πραγματικά αρρωσταίνω. Ξαναγυρνάω πίσω και βλέπω να ζωντανεύουν όλοι μου οι φόβοι που είχα από μικρή. Ότι κανείς δε θα αγαπάει κανέναν και θα επικρατεί ο θάνατος, γιατί πολύ απλά θα είμαστε τόσο κενοί μέσα μας, που ούτε τους ίδιους μας τους εαυτούς δε θα αντέχουμε.

Όπως ανέφερα και στην αρχή, η «Παναγία των Παρισίων» ήταν απ’ τα λίγα παιδικά έργα που μου προκαλούσαν ένα πλάκωμα, μια δυσφορία. Και αυτό, οφειλόταν στις πρώτες κιόλας μόνο σκηνές. Όταν ο εξουσιαστής Φρόλο δολοφόνησε στυγνά την τσιγγάνα μάνα του Κουασιμόδου… μπροστά στα σκαλιά της Παναγιάς. Και στην συνέχεια ωσάν «δίκαιος κριτής» θέλησε να σκοτώσει και το ίδιο το βρέφος, εξαιτίας της διαφορετικότητάς του. Η ειρωνεία βέβαια φαίνεται στο λόγο για τον οποίο ήθελε να δολοφονήσει και τον μικρό Κουασιμόδο, και αυτός είναι γιατί τον θεωρούσε ένα τέρας. Ήθελε να σκοτώσει με μια απόλυτη ηρεμία ένα μωρό… μπροστά στα σκαλιά της Παναγιάς, γιατί το θεωρούσε τέρας. Γι’ αυτό με τρόμαζε ο συγκεκριμένος κακός της ταινίας. Ήταν τόσο αδίστακτος, σαν Σατανάς ένα πράγμα.

Στη σκέψη και μόνο ότι υπήρχαν τέτοιοι άνθρωποι έτρεμα. Γιατί από μικρή, αυτά τα τέρατα φοβόμουν και όχι τις γνωστές καρικατούρες που κάποια παιδιά νόμιζαν ότι ήταν κρυμμένα κάτω απ’ τα κρεβάτια ή μέσα στις ντουλάπες τους. Και να, που μετά από χρόνια καταφέρνω και ζω ανάμεσα σ’ αυτά τα τέρατα και προσπαθώ με απίστευτο κόπο να μην τα παρατήσω. Να μην χάσω την πίστη μου στον άνθρωπο. Αλλά και πάλι… πώς θα συνεχίσουμε έτσι;

Γιατί, τι έγινε ρε παιδιά; Πώς το χάσαμε έτσι το παιχνίδι; Πώς αφήσαμε τους «κακούς» να μας κουμαντάρουνε; Πλέον εξουσιάζει ο κάθε Φρόλο με τις δικές μας ευλογίες, ενώ δολοφονούμε με την πρώτη ευκαιρία τον κάθε Κουασιμόδο. Και το παραμύθι απ’ όσο θυμάμαι δεν πήγαινε έτσι.

Αλλά εσείς δεν ήσασταν πάντα με το μέρος του καλού; Τώρα τι έγινε; Δε νιώθετε καμία συμπόνια για τις μάνες που σπαράζουν όταν χάνουν τα σπλάχνα τους; Κάποτε κλαίγατε στις εκκλησίες ψάλλοντας το «Ω γλυκύ μου έαρ, γλυκύτατόν μου Τέκνον, που έδυ σου το κάλλος» και τώρα γι’ αυτές τις σύγχρονες «Παναγίες» δε δείχνετε ούτε ίχνος συμπόνιας. Κι αν είστε ανίκανοι να δαμάσετε το κακό θεριό που τρέφετε μέσα σας, τότε καλύτερα να σωπάτε. Να σωπάτε και να σκύβετε το κεφάλι μπροστά στον απαρηγόρητο πόνο μιας μάνας.

Απανωτά τα χτυπήματα που δεχόμαστε καθημερινά. Το δεχτήκαμε πια ότι ο κόσμος ασχημαίνει και πάει και δεν έχουμε πια πού να πιστέψουμε, σε ποιο Θεό; Εδώ κοντεύει να χαθεί ο ίδιος ο άνθρωπος, πώς να υπάρξει άραγε ο Θεός; Ποια πίστη; Εγώ δε βλέπω γύρω μου πιστούς, αλλά τσαρλατάνους. Τσαρλατάνους που παπαγαλίζουν εγκώμια κάθε Κυριακή, κοινωνούν το «σώμα και το αίμα» του Χριστού και με το που προχωρήσουν σ’ ένα στενό παραπέρα είναι έτοιμοι με σφυριά και καρφιά να ξαναπροδώσουν και να ξανασταυρώσουν. Άραγε αλλάξαμε ποτέ ως άνθρωποι; Ή μήπως είμαστε καταδικασμένοι ως έκπτωτοι να ζούμε μια αιώνια κόλαση;

+ posts

Ονομάζομαι Κατερίνα Δημητρέσκου, κατάγομαι από την Ρόδο και σπουδάζω στο Τμήμα Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δηλώνω λάτρης των τεχνών, αλλά την μεγαλύτερη αγάπη την τρέφω για τον κόσμο του θεάτρου. Είμαι ένα πνεύμα ανήσυχο και μ’ αρέσει να καταπιάνομαι με όσα πράγματα με κάνουν ευτυχισμένη. Ένα απ’ αυτά είναι η γραφή, που μέσω αυτής μπορώ και μοιράζομαι σκέψεις, συναισθήματα, προβληματισμούς κ.α. με τον υπόλοιπο κόσμο.