Κώστας Καρυωτάκης-Μαρία Πολυδούρη• ένας θυελλώδης έρωτας

Της Γιώτας Μαντά, πρώην συντάκτριάς μας

Θύελλα​. Γενικώς, λέξη που προσδιορίζει το απόλυτο χάος στα φυσικά φαινόμενα. Ειδικώς, λέξη που προσδιορίζει τον έρωτα του Κώστα Καρυωτάκη και της Μαρίας Πολυδούρη. Έρωτας υπαρκτά ανεκπλήρωτος, απροσδιορίστως δυνατός κι ανατριχιαστικός.

Δεκέμβριος 1921, Νομαρχία Αττικής​. Γνωρίζονται ως δημόσιοι υπάλληλοι. Εκείνη, φοιτήτρια Νομικής ακόμη. Εκείνος, απόφοιτος της ίδιας σχολής. Ο έρωτας ανάμεσα στους δύο νέους είναι αναπόφευκτος. Ο Καρυωτάκης, έχοντας ήδη γοητεύσει την Αθήνα του πνεύματος με τη δημοσίευση δύο ποιητικών συλλογών, καταφέρνει να κεντρίσει και την προσοχή της νεαρής κοπέλας, η οποία προβάλλει στο πρόσωπο του ίδιου τις πρώτες δειλές λογοτεχνικές της αναζητήσεις. Η Πολυδούρη προσελκύει τον μελαγχολικό νέο ,τόσο με την ομορφιά της, όσο και με τις προοδευτικές αντιλήψεις της• αντιλήψεις που, εύλογα, δεν συνάδουν με την περιρρέουσα ατμόσφαιρα της Ελλάδας του Μεσοπολέμου. Η Μαρία, το ατίθασο νιάτο, το νιάτο που δεν δέχεται να υποταχθεί στα καλούπια της πεζής πραγματικότητας, ερωτεύεται τυφλά και παθιασμένα τον δικό της, όπως συνήθιζε χαϊδευτικά να τον φωνάζει, “Τάκη”. Ένας έρωτας φλογερός, με σάρκα και οστά, γεννιέται μέσα στις γειτονιές της Αθήνας της δεκαετίας του ‘20. Μια σχέση τόσο δυνατή, που έφτασε να ξεπεράσει την ανθρώπινη ύπαρξή τους. Και ίσως, γι’ αυτόν ακριβώς τον λόγο, να μην ήταν εφικτή – ή και τυχερή – η ολοκλήρωσή της. Έτσι, ο μεγάλος αυτός έρωτας κατατάχθηκε στη σφαίρα του πλατωνικού, καθώς η απόλυτη πνευματική ολοκλήρωση δεν μπόρεσε να ακολουθήσει την σαρκική.

Καλοκαίρι 1922, Φάληρο​. Ένας περίπατος στα Νότια Προάστια των Αθηνών, έμελλε να βάλει το τέλος στην – άμεση – ερωτική τους σχέση. Η πλήρως απελευθερωμένη Μαρία, κάνει στον “Τάκη” της πρόταση γάμου (!), πράξη που αντιβαίνει στις κοινωνικές συμβάσεις της εποχής. Ο Καρυωτάκης απαρνείται την ύψιστη εκδήλωση έρωτα της “Μαρίκας” του, επικαλούμενος εν πρώτοις το καχεκτικό της εμφάνισής του, ενώ καταλήγει να της αποκαλύψει την προσβολή του από το αφροδίσιο νόσημα της σύφιλης. Η πληγωμένη γυναίκα, δεν πείθεται στο άκουσμα του «Ωχρά Σπειροχαίτη» (το μικρόβιο που προκαλεί τη σύφιλη και μετέπειτα ποίημα του Καρυωτάκη). Παρόλα αυτά, δέχεται την πρόταση να διατηρήσουν μια στενή φιλία, ένδειξη πλήρους αγάπης και αφοσίωσης. Όπως είναι φυσικό, οι συναντήσεις τους αρχίζουν να αραιώνουν, όμως η μεταξύ τους αλληλογραφία συνεχίζεται για πολλά ακόμη χρόνια.

Καλοκαίρι 1926, Γαλλία​. Η Μαρία Πολυδούρη καταφεύγει στο κοσμοπολίτικο Παρίσι για να ζήσει τη μαγεία της αντισυμβατικής ζωής, χωρίς καμία σκιά κοινωνικής κριτικής στην πλάτη της και αναζητώντας διαφυγή από την τρέλα του εξιδανικευμένου έρωτα. «​Πονώ επειδή σ’ αγαπώ περσότερο από όσο εφαντάστηκα
ότι μπορούσα ν’ αγαπήσω», της γράφει ο Καρυωτάκης σε μία επιστολή του, φράση που περιλαμβάνει όλη την αλήθεια της ύπαρξής του και μέχρι σήμερα προκαλεί ανατριχίλα σε όλους τους παρατηρητές της τραγικής ιστορίας των δύο μεγάλων ποιητών. ​Στην Πόλη του Φωτός, λίγο αργότερα, η “Μαρίκα” προσβάλλεται από φυματίωση, η οποία λέγεται πως προκλήθηκε από τον πόνο του ανεκπλήρωτου έρωτα.

1928, Αθήνα​. Η νεαρή γυναίκα μεταφέρεται στην Ελλάδα και συνεχίζει τη νοσηλεία της στο τότε σανατόριο “Σωτηρία¨. Ο Καρυωτάκης την επισκέπτεται, όμως η συνάντησή τους δεν θυμίζει σε τίποτα το πάθος δύο ερωτευμένων ψυχών. Είναι σκληρή, παγερή, μια ανάσα πριν τη ρήξη της αυλαίας.

Ιούνιος 1928, Πρέβεζα​. Ο Κώστας Καρυωτάκης επιζητεί την γαλήνη και μετατίθεται από τη Νομαρχία Αττικής στην Πρέβεζα, όπου και βιώνει τις τελευταίες στιγμές του. Χτυπημένος άσχημα από τα παιχνίδια της μοίρας, αποφασίζει να βάλει ο ίδιος τέλος στη ζωή του, καθώς ζει χωρίς να ονειρεύεται. Ένα μήνα μετά, ο Καρυωτάκης αυτοκτονεί με μια σφαίρα στην καρδιά.

Η Μαρία Πολυδούρη στις τελευταίες της στιγμές με την επιβαρυμένη υγεία της

Ιούλιος 1928, Αθήνα​. Στο άκουσμα της αυτοκτονίας του μοναδικού αγαπημένου της, ο χρόνος μετρά αντίστροφα για την Μαρία Πολυδούρη. Η υγεία της κλονίζεται , ενώ η ίδια επιβαρύνει συνειδητά την κατάστασή της, αψηφώντας τις ιατρικές συστάσεις και θρηνώντας για τον δικό της “Τάκη”.

Απρίλιος 1930, Αθήνα​. Μια ένεση μορφίνης αρκεί για να σταματήσει την καρδιά της Μαρίας, μιας καρδιάς που παλλόταν για ένα και μοναδικό πρόσωπο, με έναν και μοναδικό σκοπό• ν’ αγαπά τον “Τάκη” της. Για εκείνη, ούτε ο θάνατος δεν στάθηκε ως αφορμή να την κρατήσει μακριά του.

Τελικά, ό,τι δεν μπόρεσε να τους χαρίσει η ζωή, τους το έδωσε απλόχερα ο θάνατος. Μ’ έναν τρόπο παράδοξο, η ζωή τους χώρισε, αλλά την ίδια στιγμή, ο θάνατος τους ένωσε παντοτινά. Οι δύο ποιητές, λύνουν τα δεσμά τους και περνούν στην αιωνιότητα, σε πείσμα της τύχης, της μοίρας, ακόμα και της ίδιας της ζωής. Άραγε, αξίζει να ζεις και ν’ ανασαίνεις για έναν έρωτα ;

«Με χίλια φιλιά»