Οι μέρες της Προσφυγιάς, ένα διαχρονικό ταξίδι!

Οι μέρες της Προσφυγιάς, ένα διαχρονικό ταξίδι!

Με αφορμή τη σημερινή μέρα, αποφάσισα να κάνω ένα ταξίδι στο χρόνο και να με συντροφεύσετε κι εσείς σ’ αυτό. Ας γυρίσουμε λοιπόν πίσω στο 1922. Μια χρονολογία που μέσα της κρύβει πόνο, εξαθλίωση, φόβο, κι όλα αυτά, τυλιγμένα γύρω από φλόγες… μια χρονολογία που έχει γραφτεί στην ιστορία μας ως «Η Μικρασιατική Καταστροφή».

Ο κόσμος έτρεχε έντρομος να σωθεί απ’ το μεγάλο φονικό, μέχρι και στη θάλασσα έπεφταν, αρκεί να μην καιγόντουσαν ζωντανοί απ’ τη φωτιά. Με τούτα και μ’ εκείνα δεν άργησε η αποβίβασή τους στα βαπόρια με προορισμό την τότε Ελλάδα, ενώ παράλληλα, το ταξίδι αυτό, αποτελούσε μέρος του μαρτυρίου που είχε ήδη ξεκινήσει γι’ αυτούς τους ξενιτεμένους ανθρώπους. Μέσα σ’ ένα ολοκαύτωμα χάσανε τα πάντα -τα σπίτια τους, τη γη τους, τους δικούς τους ανθρώπους- μα δεν προλάβαιναν να τα θρηνήσουν. Έπρεπε να σωθούν. Στοιβαγμένοι, λοιπόν, ο ένας πάνω στον άλλον μέσα σε άθλιες συνθήκες περίμεναν να φτάσουν υπομονετικά στους καινούργιους τόπους, ώστε να ξανά αρχίσουν τις ζωές τους. Και όμως, μέσα σε τόση αναταραχή, μέσα σε τόση δυστυχία ο ένας βοηθούσε τον άλλον. Γυναίκες βοηθούσαν μάνες ημι-λιπόθυμες και τους πήγαιναν νερό για να τις συνεφέρουν, αλλά όσοι επιβάτες δεν είχαν την τύχη να τα καταφέρουν είχαν άλλη κατάληξη: «Μερικοί άνθρωποι δε βάσταζαν από τα βάσανα που τράβηξαν και πέθαναν στο βαπόρι• τους έδεσαν με σίδερα και τους πέταξαν στη θάλασσα».

Όταν έφτασαν στην Ελλάδα, ήρθαν αντιμέτωποι με άλλα προβλήματα. Ο περισσότερος κόσμος ήταν ακατάδεκτος απέναντί τους. Τους έκαναν να νιώθουν παρείσακτοι… παράσιτα… τους αντιμετώπιζαν ως ζιζάνια που φύτρωναν στη δική τους γη και γι’ αυτό «έπρεπε» να τους διώξουν, να μην κάτσουν άλλο στα δικά τους μέρη. «Έπρεπε» να καθαρίσουν το «ξένο κακό» που ρίζωνε στη χώρα τους και τους βάραινε, «Περνούσε ο κόσμος. Μας βλέπανε από μακριά. Δεν ερχόντανε κοντά μας: Προσφυγιά! προσφυγιά! λέγανε και περνούσανε….».

Οι πρόσφυγες, όμως, είχαν τις αξιοπρεπείς ζωές τους πριν εγκαταλείψουν την πατρίδα τους, πριν δουν τους κόπους μιας ζωής να καταστρέφονται και συνάμα ήταν αναγκασμένοι να υπομένουν την ταπείνωση και τον εξευτελισμό από τους «γηγενείς» -γιατί βλέπετε, έτσι χωρίζονταν τότε, σε γηγενείς και πρόσφυγες- «Πέρασε ένας άντρας, ένας τρανός. Μας πέταξε μια πεντάρα. Έπιασα την πεντάρα, φώναζα, έκλαιγα: —Εμείς έχομε λεφτά! Εμείς έχομε να φάμε! Αφήσαμε τα σπίτια μας, τόσα αμπέλια αφήσαμε! Δεν είμαστε ζητιάνοι εμείς! —Άσε την πεντάρα. Ησύχασε έλεγε η μητέρα μου. Η μάνα μου άρρωστη ήταν. Ένα κουβάρι μαζεμένη καθότανε.». Γιατί, αν και άνθρωποι πονεμένοι, την αξιοπρέπειά τους δεν την χάριζαν σε κανέναν. Γιατί τιμή δεν είχαν. Ο καιρός περνούσε σιγά-σιγά και απ’ το μηδέν ξεκίνησαν να ανασκουμπώνονται και να παίρνουν τη ζωή στα χέρια τους.


Πρέπει, ωστόσο, σ’ αυτό το σημείο να παραδεχτούμε ότι οφείλουμε αυτό που είμαστε μέχρι και σήμερα, σ’ αυτούς τους ανθρώπους που μοιράστηκαν μαζί μας όλα τα πολιτισμικά τους στοιχεία. Που έφεραν νέες γεύσεις απ’ τον τόπο τους (μπακλαβάς, κανέλα, γλυκάνισος κ.ά.), έφεραν νέα ακούσματα (λαούτο, μπαγλαμάς, σαντούρι, τουμπερλέκι κ.ά.), καθώς και πλούτισαν το λεξιλόγιό μας με τις δικές τους λέξεις («μεζές», «κουτούκι», «ντέρτι», «κέφι» κ.ά.). Πράγματα που πλέον αποτελούνε παράδοση για εμάς. Εκτός αυτού, φαντάζομαι, όλοι μας έχουμε ακούσει έστω και μία φορά «Πετραδάκι-Πετραδάκι», «Όνειρο Απατηλό», «Είμ’ αετός χωρίς φτερά», «Δυο πόρτες έχει η ζωή» και πάει λέγοντας… τραγούδια που μέχρι και σήμερα αποτελούν μεγάλες ρεμπέτικες επιτυχίες. «Μάνα», λοιπόν, των τραγουδιών αυτών, δεν είναι άλλη, παρά η Ευτυχία Παπαγιαννοπούλου, που ήρθε ως πρόσφυγας κι αυτή απ’ το Αϊδίνιο εξαιτίας της καταστροφής. Και πώς θα μπορούσα, τη στιγμή που αναφέρομαι σε επιτεύγματα, να παραλείψω τον αείμνηστο τον Γιώργο Σεφέρη που ήταν ο 1ος Έλληνας που τιμήθηκε το 1963 με το βραβείο Νόμπελ Λογοτεχνίας.
Επομένως, σας ρωτάω ειλικρινά, όλοι αυτοί οι άνθρωποι δεν συνέβαλαν στην κουλτούρα μας; Στον πολιτισμό μας; Στη μόρφωσή μας;

Εδώ, λοιπόν, δημιουργείται μια γέφυρα για να ενώσει το παρελθόν με το παρόν. Καθημερινά ακούμε ανθρώπους να πεθαίνουν στις θάλασσες και να τους ξεβράζουν τα κύματα. Μωρά παιδιά μένουν ορφανά κι άλλα δε βλέπουν στον ήλιο μοίρα. Ηλικιωμένοι εγκαταλείπουν τις προσπάθειές τους και αφήνουν τις τελευταίες τους πνοές μακριά απ’ τις οικογένειές τους ολομόναχοι. Και όλη αυτή η δυστυχία γιατί ο άνθρωπος μπορεί να μεταμορφωθεί σε τέρας ανά πάσα στιγμή. Γιατί τα συμφέροντα μεγαλώνουν κάνοντας, μ’ αυτόν τον φρικτό τρόπο, την Ιστορία να επαναλαμβάνεται. Γιατί μιλάμε για θύματα και για αδίστακτους φονιάδες που βάφουν τα χέρια τους με αίμα. Και όταν σωθούν αυτοί οι άνθρωποι απ’ όλες τις κακουχίες και βρουν επιτέλους ένα καταφύγιο, ερχόμαστε εμείς να τους δώσουμε τη χαριστική βολή. Να τους κατηγορούμε για λάθη που δεν έχουν κάνει. Και, ειλικρινά, πείτε μου, ποιος κατατρεγμένος έρχεται σε μια χώρα για να προκαλέσει κακό όταν ο ίδιος προσπαθεί να ξεφύγει απ’ αυτό; Τους κυνηγάμε, τους βρίζουμε, τους καταριόμαστε γιατί απλώς θέλουμε κάποιος να αναλάβει τις δικές μας ευθύνες. Και ύστερα, ως γνωστόν, πηγαίνουμε τις Κυριακές στις εκκλησίες μας, προσκυνάμε και μετανοούμε σαν καλοί Χριστιανοί. Άραγε ο Χριστός βοηθούσε μόνο τους μαθητές τους; Ποια πίστη ακριβώς ασπάζεστε; Τόσες πολλές ερωτήσεις για τόσο απλά θέματα. Δεν είναι δα και τόσο δύσκολο να βοηθάμε τους ανθρώπους που το έχουν ανάγκη και ας βγάλουμε πια τις ταμπέλες: μουσουλμάνος, χριστιανός, Έλληνας, Σύριος κ.λπ. Εμείς ειδικά, που ως έθνος έχουμε ζήσει πολύ στο πετσί μας την προσφυγιά και την κακομεταχείριση (όπως ανέφερα και παραπάνω). Να μην κοκορευόμαστε μόνο στους τουρίστες για το τι θα πει φιλοξενία στην Ελλάδα. Να προσευχόμαστε γι’ αυτούς τους ανθρώπους και να τους βοηθάμε όσο μπορούμε. Ακόμα και τα πικρόχολα σχόλια να σταματήσουν, αποτελεί μια μορφή βοήθειας γι’ αυτούς αλλά και για εμάς που σεβόμαστε και υπολογίζουμε τις ανθρώπινες ζωές.

Κλείνοντας το άρθρο μου, θα ήθελα να παραθέσω ένα συνταρακτικό απόσπασμα (Νίκος Καζαντζάκης, «Αδερφοφάδες»), που αφορά τους πρόσφυγες του ’22 λίγο πριν αναχωρήσουν από τα πάτρια εδάφη τους, γνωρίζοντας ότι δε θα επιστρέψουν ποτέ ξανά, λέγοντας το τελευταίο «αντίο» στους δικούς τους προγόνους. Όσες φορές και να το διαβάσω πάντα φορτίζομαι συναισθηματικά:

«Κατασκορπίστηκε ο λαός, βρήκε καθένας τον αγαπημένο τάφο, έπεσαν κάτω οι γυναίκες και προσκύνησαν το χώμα, οι άντρες όρθιοι, έκαναν το σταυρό τους και σφούγγιζαν με τα άκρα του μανικιού τους τα μάτια. Ο παπα-Δαμιανός στάθηκε στη μέση του κοιμητηρίου, σήκωσε τα χέρια: Πατέρες, φώναξε, Παππούδες, έχετε γεια! Έχετε γεια, φεύγουμε! Δε μας αφήνουν πια οι Δυνατοί της Γης να ζούμε πλάι σας, να πεθάνουμε και να ξαπλώσουμε πλάι σας, να ξαναγίνουμε κι εμείς χώμα μαζί σας. Μας ξεριζώνουν! Ανάθεμα στους αίτιους! Ανάθεμα στους αίτιους! Ανάθεμα στους αίτιους!
Σήκωσε ο λαός τα χέρια στον ουρανό, σήκωσε βουή μεγάλη: Ανάθεμα στους αίτιους!
Κυλίστηκαν όλοι χάμω, φιλούσαν το μαλακωμένο από τη βροχή χώμα, το ‘τριβαν στην κορφή του κεφαλιού τους, στα μάγουλα, στο λαιμό, έσκυβαν και ξαναφιλούσαν. Φιλούσαν τους πατέρες και τους παππούδες που φώναζαν: Έχετε γεια!»

Τέλος, εκφράζω την υπερηφάνεια που νιώθω για τους πρόσφυγες, που βελτίωσαν την χώρα μου, που μοιράστηκαν μ’ εμάς τον πολιτισμό τους και στη συνέχεια πλούτισαν τους κλάδους μας, καθώς και ένα μεγάλο μπράβο που όρθωσαν το ανάστημά τους και μας απέδειξαν ότι κάναμε λάθος γι’ αυτούς. Και αυτοί είναι πρόγονοί μας, όπως επίσης και αναπόσπαστο κομμάτι της ιστορίας μας.

Ονομάζομαι Κατερίνα Δημητρέσκου, κατάγομαι από την Ρόδο και σπουδάζω στο Τμήμα Μέσων Επικοινωνίας και Πολιτισμού στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Δηλώνω λάτρης των τεχνών, αλλά την μεγαλύτερη αγάπη την τρέφω για τον κόσμο του θεάτρου. Είμαι ένα πνεύμα ανήσυχο και μ’ αρέσει να καταπιάνομαι με όσα πράγματα με κάνουν ευτυχισμένη. Ένα απ’ αυτά είναι η γραφή, που μέσω αυτής μπορώ και μοιράζομαι σκέψεις, συναισθήματα, προβληματισμούς κ.α. με τον υπόλοιπο κόσμο.