Πέδρο Μαρτίνς: Ο δρόμος της αυτοκαταστροφής

Πέδρο Μαρτίνς: Ο δρόμος της αυτοκαταστροφής

Καλοκαίρι του 2018 και ο Ολυμπιακός έπειτα από μια κακή χρονιά που τον βρίσκει άτιτλο στην 3η θέση της βαθμολογίας ψάχνει τον προπονητή που θα τον επαναφέρει στις επιτυχίες. Είχαν μεσολαβήσει ατυχείς επιλογές προπονητών κατά τη διάρκεια της χρονιάς, όπως αυτές του Μπέσνικ Χάσι και Όσκαρ Γκαρθία, ενώ ένα μικρό πέρασμα από τον πάγκο των Πειραιωτών έκανε και ο Τάκης Λεμονής —τι πιο σύνηθες θα έλεγε κανείς.
Ο εκλεκτός εντοπίστηκε στην αγορά της Πορτογαλίας και ήταν ο προπονητής της Βιτόρια Γκιμαράες, Πέδρο Μαρτίνς. Προπονητής από την πορτογαλική σχολή, σχολή που γοητεύει πάντα τους Πειραιώτες, καθώς Πορτογάλοι προπονητές έχουν κάνει μεγάλη καριέρα μέσω του Ολυμπιακού.(Μάρκο Σίλβα, Λεονάρντο Ζαρντίμ κ.α.).

Η διοίκηση του Ολυμπιακού του έδωσε τα κλειδιά της ομάδας και ξεκίνησε να δουλεύει όπως εκείνος επιθυμούσε. Εκείνο το καλοκαίρι έφερε παίκτες σημαντικούς για τον Ολυμπιακό: τον Ποντένσε, τον Ζοσέ Σα, τον Γκιγιέρμε, τον Μαντί Καμαρά, παίκτες που εξυπηρετούσαν τα θέλω του και τον τρόπο παιχνιδιού του. Εκείνη τη χρονιά παρουσίασε μια ομάδα με ξεκάθαρο επιθετικό προσανατολισμό, ωραίο ποδόσφαιρο που δημιουργούσε πολλές ευκαιρίες και στόχος της ήταν πρώτα η δημιουργία και μετά το αποτέλεσμα. Όμως της έλειπε ένα σημαντικό κομμάτι του αγωνιστικού παζλ. Ο επιθετικός που θα σκοράρει. Έτσι, παρόλο που ο Ολυμπιακός δημιουργούσε πολλές τελικές στους αγώνες του, δεν έβαζε τα γκολ που του αναλογούσαν και αυτό είχε ως συνέπεια να χάσει και το πρωτάθλημα και το κύπελλο Ελλάδος. Το μόνο αξιοσημείωτο ήταν το όμορφο ποδόσφαιρο που έπαιζε η ομάδα που δεν περνούσε απαρατήρητο και έκανε τον πρόεδρο του Ολυμπιακού, μιας ομάδας που ζει για τίτλους, να τον κρατήσει στον πάγκο της ομάδας —πράξη ασυνήθιστη για τα δεδομένα των “μεγάλων” ομάδων που διψάνε μόνο για νίκες και τίτλους όπως είναι και ο Ολυμπιακός.

Και δικαιώθηκε. Ο Ολυμπιακός το καλοκαίρι του 2019 πρόσθεσε τα δύο γρανάζια που έλειπαν από την καλοκουρδισμένη μηχανή του, ένα “βράχο” στην άμυνα, τον Ρούμπεν Σεμέδο, και τον σκόρερ που του έλειπε που ήταν ο Ελ Αραμπί. Ακόμα ο Πέδρο Μαρτινς πίστεψε και ανέδειξε ένα παιδί από τις ακαδημίες του Ολυμπιακού, τον Κώστα Τσιμικα, βάζοντας τον βασικό εκείνη την χρονιά και βοηθώντας τον να εξελιχθεί ραγδαία. Έτσι ο Ολυμπιακός παρουσιάστηκε ακόμα καλύτερος, πιο ολοκληρωμένος σαν σύνολο και απολύτως συνυφασμένος με τα θέλω του προπονητή του. Αυτό είχε ως αποτέλεσμα να έρθουν και επιτυχίες. Ο Ολυμπιακός προκρίθηκε στους ομίλους του Champions League ξεπερνώντας τα εμπόδια της Βικτόρια Πλζεν, Μπασακσεχίρ και Κράσνονταρ. Εκεί έκανε πολύ καλές εμφανίσεις απέναντι σε Τότεναμ και Μπάγερν και πήρε την τρίτη θέση του ομίλου που οδηγούσε στους 32 του Europa League, όπου κληρώθηκε με την Άρσεναλ, εις βάρος της οποίας πανηγύρισε μια επική πρόκριση στο στάδιο “Emirates”. Στους 16 αντιμετώπισε τη Γουλβς από την οποία αποκλείστηκε στις λεπτομέρειες, δείχνοντας επίσης πολύ καλό αγωνιστικό πρόσωπο.

Εντός συνόρων κατέκτησε το νταμπλ με άνεση και σφράγισε μια άκρως επιτυχημένη χρονιά. Την χρονιά που έφτασε στο απόγειό της η δουλειά του Μαρτίνς στον Ολυμπιακό. Παρουσίασε τον πιο καλό αγωνιστικά Ολυμπιακό των τελευταίων ετών. Ένα ποδόσφαιρο κυριαρχικό, ελκυστικό που γοήτευε τόσο τους φιλάθλους του Ολυμπιακού, οι οποίοι του έδωσαν το προσωνύμιο “El professor” επηρεασμένοι από την γνωστή σειρά του Νετφλιξ “La casa de Papel “, αλλά και πολλούς ουδέτερους φιλάθλους. Με ξεκάθαρο επιθετικό προσανατολισμό, καλή κυκλοφορία μπάλας, ωραίες συνεργασίες και δημιουργία τόσο από τους χαφ όσο και από τους εξτρέμ αλλά και τους ακραίους αμυντικούς, οι οποίοι με τα ανεβάσματά τους δημιουργούσαν υπεραριθμίες και απειλούσαν με τις σέντρες τους.

Όμως αυτή η αγωνιστική εικόνα δεν ξαναεμφανίστηκε στο χορτάρι του γηπέδου Καραϊσκάκης. Ο Ολυμπιακός εκείνο το καλοκαίρι, το πρώτο καλοκαίρι με τον COVID στις ζωές μας αποχωρίστηκε παίκτες-βαρόμετρα, οι οποίοι είτε εξαργύρωσαν την καταπληκτική τους χρόνια (Τσιμίκας), είτε ήθελαν μια αλλαγή που θα τους έφερνε περισσότερα οικονομικά οφέλη (Ομάρ, Γκιγιέρμε). Και δεν κατάφερε ποτέ να τους αντικαταστήσει τα επόμενα χρόνια.
Τον επόμενο χρόνο ο Ολυμπιακός προκρίθηκε ξανά στους ομίλους του Champions League, τερμάτισε τρίτος, συνέχισε την Ευρωπαϊκή του πορεία στο Europa League όπου έφτασε μέχρι τους 16 του θεσμού, αποκλείοντας την  Αϊντχόφεν στους 32. Στην Ελλάδα πήρε το πρωτάθλημα και έχασε το κύπελλο Ελλάδος από τον ΠΑΟΚ. Μια αρκετά επιτυχημένη χρονιά θα έλεγε κανείς. Όμως η εικόνα που είχαν συνηθίσει από την ομάδα του Πέδρο Μαρτίνς οι φίλαθλοι να παρουσιάζεται στις τέσσερις γραμμές του γηπέδου είχε αρχίσει να ξεθωριάζει.

Και την χρονιά που μας πέρασε, που φτάνει μέχρι και το φετινό καλοκαίρι, η εικόνα αυτή ξεθώριασε τόσο πολύ που παραμορφώθηκε. Η εικόνα που παρουσίαζε η ομάδα του Πέδρο Μαρτίνς δεν θύμιζε σε τίποτα τον Ολυμπιακό των δύο πρώτων χρόνων του. Άλλη ομάδα, αγνώριστη, σαν να ήταν καθοδηγούμενη από άλλον προπονητή. Αυτό θα υπέθετε ένας εξωτερικός παρατηρητής που έβλεπε τις δύο εικόνες παράλληλα.

Ο Ολυμπιακός του 2022 είναι μια ομάδα που παίζει στατικό ποδόσφαιρο, με σχεδόν μηδενική δημιουργία και φαντασία στο παιχνίδι της. Με χαφ που δεν δημιουργούν, μόνο τρέχουν και κόβουν. Με εξτρέμ που επίσης δεν μπορούν να δημιουργήσουν. Με παίκτες που παίζουν πίσω από τον επιθετικό ανύπαρκτους δημιουργικά. Με πλάγια μπακ που δεν μπορούν βοηθήσουν επιθετικά. Με κακά, σχεδόν ανύπαρκτα ανεβάσματα χωρίς ποιοτικές σέντρες. Μια ομάδα με περισσότερο αμυντικό πλάνο, χωρίς καμία διάθεση δημιουργίας και επιθετικού ποδοσφαίρου. Ένα σύνολο με εντελώς άλλη νοοτροπία από αυτή που ο Μαρτίνς δημιούργησε την διετία 2018-2020.

Και σε αυτή την ομάδα προπονητής είναι πάλι ο Μαρτίνς!! Περίεργο ε; Ο ίδιος κατέστρεψε την ομάδα που έφτιαξε και αλλοίωσε το DNA της. Πώς το κατάφερε αυτό;
Με πολύ κακές μεταγραφικές επιλογές που δεν του βγήκαν, ούτε αντικατέστησαν τους παίκτες που είχαν αποχωρήσει, και εμμονή σε αυτές.

Πιο συγκεκριμένα, η βοήθεια στο επιθετικό παιχνίδι που έδινε ο Τσιμίκας και ο Ομάρ δεν ξαναδόθηκε. Χάθηκε αυτή η πηγή δημιουργίας. Ο Ρέαμπτσιουκ ήρθε στον Ολυμπιακό ως ο αντί-Τσιμίκας, ως το επόμενο μεγάλο φουλ μπακ που θα βοηθήσει το παιχνίδι του Ολυμπιακού και μόνο αυτό δεν είναι. Ένας παίκτης ταχυδυναμικός μεν αλλά χωρίς καλή σέντρα, με ανύπαρκτα ανεβάσματα. Ούτε στο ελάχιστο δεν θύμισε Τσιμίκα. Όπως και ο Λαλά δεν μπόρεσε να μπει στα παπούτσια του Ομάρ. Ακόμα δεν βρέθηκε ένας εξτρέμ που θα μπορεί να ντριμπλάρει, να δημιουργεί, να “μιλάει” στην μπάλα, όπως λέμε και στη γλώσσα του ποδοσφαίρου. Όλες οι επιλογές του Πέδρο Μαρτίνς δεν κατάφεραν να δώσουν όσα έδινε ο Ποντένσε, με αποκορύφωμα την απόκτηση του Ονιεκουρού που ήταν διακαής πόθος του προπονητή και ο Ολυμπιακός ξόδεψε πολλά εκατομμύρια για να τον αγοράσει. Αυτός ο παίκτης όχι μόνο δεν έκανε την διαφορά, αλλά έκανε όλους τους φιλάθλους να αναρωτιούνται αν ενδιαφέρεται περισσότερο για το χρώμα βαφής στα μαλλιά του παρά για το ποδόσφαιρο. Μια πλήρως αποτυχημένη μεταγραφή.

Και το κακό με τον Πέδρο Μαρτίνς είναι ότι παρόλο που έκανε αποδεδειγμένα κακές επιλογές τις στήριζε μέχρι τέλους, λες και δεν υπήρχαν άλλοι παίκτες στο ρόστερ που άξιζαν μια ευκαιρία. Όπως για παράδειγμα ο Λεονάρντο Κούτρης που δινόταν δανεικός, ενώ θα μπορούσε να του δοθεί μια ευκαιρία στο αριστερό άκρο της άμυνας ή ο Ρόνι Λόπες που ήταν το μοναδικό εξτρέμ με τεχνική, δημιουργία και ο προπονητής του έδινε ελάχιστες ευκαιρίες, προτιμώντας τον Ονιεκούρου και άλλους παίκτες περισσότερο αθλητικούς παρά τεχνίτες.

Αυτές οι εμμονές του σε αθλητικούς παίκτες  σκότωσαν κάθε μορφή δημιουργίας και επιθετικού ποδοσφαίρου. Δεν υπήρχε ο παίκτης που θα μπορούσε να φέρει την μπάλα στην περιοχή, ο παίκτης που θα ξεκλείδωνε τις αντίπαλες άμυνες.

Αυτός ο παίκτης θα μπορούσε να ήταν ο Κώστας Φορτούνης. Ένας παίκτης εξαιρετικά ταλαντούχος που στην πρώτη χρονιά του Μαρτίνς έκανε “όργια” στον αγωνιστικό χώρο με 12 γκολ και 9 ασίστ. Βέβαια, πέρασε και δύο χιαστούς που όσο να ‘ναι επηρεάζουν έναν ποδοσφαιριστή, αλλά ο προπονητής δεν του έδωσε ούτε μια ευκαιρία να δείξει τι μπορεί να κάνει στην προετοιμασία της ομάδας και στα φιλικά. Δεν τον κάλεσε ούτε εκεί, ενώ στο ρόστερ ήταν ξεκάθαρο ότι δεν είχε παίκτη με την ποιότητα του Φορτούνη, ούτε απέκτησε. Μια ευκαιρία θα μπορούσε να του είχε δώσει και ίσως να είχε μια έξτρα ένεση ποιότητας στα προκριματικά του φετινού Τσάμπιονς Λιγκ.

Εκεί που αντιμετώπισε την Μακάμπι Χάιφα, την πρωταθλήτρια Ισραήλ, και παρουσίασε την ίδια θλιβερή και αποκρουστική εικόνα. Μια ομάδα χωρίς αρχή, μέση και τέλος χωρίς σαφές πλάνο, χωρίς δημιουργία, χωρίς θέληση, χωρίς πάθος. Στο πρώτο παιχνίδι έφερε άκρως κολακευτική ισοπαλία 1-1 στο Ισραήλ, δεδομένης της κάκιστης εικόνας του και στο Καραϊσκάκη ο θεός του ποδοσφαίρου απένειμε δικαιοσύνη και τιμώρησε την τρικυμία εν κρανίω και τις κάκιστες επιλογές του Πέδρο Μαρτίνς. Η μπάλα τιμωρεί και αυτό έκανε στον επαναληπτικό αγώνα, όπου ο Ολυμπιακός διασύρθηκε από την Μακάμπι Χάιφα χάνοντας με 0-4 (!!) δεχόμενος έτσι την μεγαλύτερη του ήττα εντός έδρας στην Ευρώπη. Μια Μακάμπι Χάιφα με πολύ χαμηλότερο μπάτζετ από τον Ολυμπιακό αλλά με παίκτες που τηρούσαν το ξεκάθαρο πλάνο του προπονητή τους, το ήθελαν και το άξιζαν περισσότερο.

Ο Ολυμπιακός δεν μπορεί να συνεχίσει με τον ίδιο προπονητή, ο κύκλος του Πέδρο Μαρτίνς έκλεισε και, αν εκείνος δεν το έχει καταλάβει, η απάντηση δόθηκε στο γήπεδο την Τετάρτη το βράδυ. Ο Πορτογάλος προπονητής είχε την ευκαιρία στην προετοιμασία να φτιάξει μια νέα ομάδα με μια νοοτροπία που να θυμίζει τα πρώτα δύο του χρόνια στον Ολυμπιακό και με πολύ βελτιωμένη εικόνα. Αντί αυτού παρουσίασε την ίδια και χειρότερη εικόνα, κάνοντας ανεξήγητες επιλογές στο στήσιμο της ενδεκάδας ειδικά στη δεύτερη αναμέτρηση, όπου δεν χρησιμοποίησε τον καλύτερο και πιο ακριβοπληρωμένο του κεντρικό επιθετικό Ελ Αραμπι, βάζοντας τον φευγάτο για την Βραζιλία Τικίνιο στη θέση του και άφησε εκτός επίσης τον έμπειρο και από τους καλύτερους του μέσους του, τον Εμβιλά. Ανεξήγητες αποφάσεις που δείχνουν ότι ο Πέδρο Μαρτινς βρίσκεται τον τελευταίο χρόνο σε μεγάλη σύγχυση. Αυτή είναι που τον κάνει να φαίνεται ότι είναι κακός προπονητής και ανάξιος να κάθεται στον πάγκο του Ολυμπιακού.

Ο Μαρτίνς δεν έγινε ξαφνικά κακός προπονητής, είναι ικανός, αφού στα πρώτα του χρόνια στον πάγκο των Πειραιωτών πρόσφερε τα μέγιστα και παρουσίασε μια πολύ όμορφη εικόνα. Με τις επιλογές του όμως γκρέμισε με τα ίδια του τα χέρια το οικοδόμημα που έφτιαξε. Για αυτό το λόγο, πέρα από τον Ολυμπιακό, θα ήταν καλύτερο και για τον ίδιο να αναζητήσει μια νέα πρόκληση που θα τον κάνει ξανά να βρει τον παλιό καλό του εαυτό. Γιατί στον Ολυμπιακό τον τελευταίο χρόνο αποδεδειγμένα τον έχει χάσει.

+ posts

Ονομάζομαι Θανάσης Σχοινάς και είμαι 4ετής φοιτητής του Παιδαγωγικού Τμήματος Δημοτικής Εκπαίδευσης του ΕΚΠΑ. Είμαι λάτρης των αθλημάτων και κυρίως του ποδοσφαίρου, ευαίσθητος στα κοινωνικά ζητήματα, θεατρόφιλος και μουσικόφιλος και στον ελεύθερο χρόνο μου αρέσει να διαβάζω βιβλία. Επιθυμώ ένα κόσμο που ο ρατσισμός, η βία και η αγένεια θα 'ναι άγνωστες λέξεις και η αλληλεγγύη, η ενσυναίσθηση, η ευγένεια και ο σεβασμός ευρέως διαδεδομένες. Άλλωστε... την Άνοιξη αν δεν τη βρεις την φτιάχνεις!

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.