Παιδί και οικογένεια

Παιδί και οικογένεια

Της Μαρίας Ζούρα, πρώην συντάκτριάς μας

Η οικογένεια δεν είναι ένα σύνολο αδιαφοροποίητο. Δεν είναι μια κρεμώδης οντότητα. Σε ένα σπίτι συγκατοικούν σώματα, φαντασίες, κινήσεις, λόγια, αισθήματα και σκέψεις, όχι χύμα, αλλά υπακούοντας σε μία αόρατη παρτιτούρα, εκτελώντας μια εξυπονοούμενη χορογραφία, που τους αγκαλιάζει και τους κυβερνά όλους. Όλοι έχουν τον ρόλο τους: οι γονείς είναι γονείς, τα παιδιά είναι παιδιά. Οι θεσμικές ιδιότητες οφείλουν να παραμένουν αναλλοίωτες, όποιες κι αν είναι οι εκάστοτε συνθήκες.[1] Τα μέλη της οικογένειας μοιράζονται το ένα τον κόσμο του άλλου, που σημαίνει συνύπαρξη όπως τα οργανίδια ενός κυττάρου, ενός οργανισμού. Όταν τηρούνται οι ισορροπίες, τότε και το σύστημά μας, ο «οργανισμός» μας -γιατί περί οργανισμού πρόκειται μια οικογένεια- λειτουργεί όπως ένα καινούριο ποδήλατο. Όμως και το ποδήλατο μπορεί να πέσει, αν χάσει την ισορροπία του. Πότε, λοιπόν, το ποδήλατο της «οικογένειας» ισορροπεί;

Κάθε παιδί έχει ανάγκη από ένα ζευγάρι ικανούς γονείς, που θα το βοηθήσουν να φτάσει στην καλύτερη εκδοχή του εαυτού του. Παρατηρούμε πως στη σημερινή εποχή έχουν αυξηθεί δραστικά τα φαινόμενα ψυχικών διαταραχών και αφύσικης συμπεριφοράς, ιδιαίτερα σε παιδιά προσχολικής ηλικίας.[4] Ως κόρη γονέων εκπαιδευτικών στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, πολλές ιστορίες έχουν φτάσει στα αυτιά μου για παιδιά και νέους, που αντιμετώπιζαν προβλήματα στο σχολείο και δεν μπορούσαν να προσαρμοστούν στο σχολικό περιβάλλον. Από πού όμως ξεκινούν αυτά τα προβλήματα;

Μία φράση που έχει γίνει καραμέλα στο στόμα μας κι όμως δεν παύει να ισχύει. «Όλα ξεκινούν από την οικογένεια». Στο πλαίσιο της ξεκινούν να πλάθονται ο χαρακτήρας, οι σκέψεις, η υπόσταση του παιδιού. Όταν από μικρή ηλικία τίθενται γερά θεμέλια στον τρόπο που οι γονείς μεγαλώνουν το παιδί τους, τότε το ενδεχόμενο κάποιας αναπτυξιακής διαταραχής ελαχιστοποιείται. Τα παιδιά, για να μεγαλώσουν σωστά, έχουν ανάγκη να έρθουν αντιμέτωπα με την εξουσία των ενηλίκων, πράγμα που θα τα βοηθήσει να βρουν το στίγμα τους στον κόσμο, να αναπτύξουν την προσωπικότητά τους, να μάθουν την τέχνη της αρμοστής συμπεριφοράς απέναντι στους άλλους. Ρόλο κλειδί σε αυτό το στάδιο διαδραματίζει ο γονέας, πάντα έτοιμος να εμψυχώσει το παιδί, να το καθοδηγήσει, να θεμελιώσει αμοιβαίο σεβασμό και εμπιστοσύνη και να δείξει πως πάντα θα βρίσκεται εκεί, δίπλα στο παιδί, με ακλόνητη δύναμη, παρέχοντας στήριξη και παρηγοριά. Ο ρόλος αυτός σίγουρα είναι απαιτητικός, καθώς η -με επιδεξιότητα- διαχείριση των ορίων κρίνεται καθοριστική. Ποιες αξίες θέλουμε να περάσουμε στα παιδιά; Πότε πρέπει να λέμε ναι και πότε όχι; Πώς πρέπει να αντιδρώ στα ξεσπάσματά τους; Με γνώμονα κάποιες βασικές λέξεις, όπως ασφάλεια, αυτονομία, σεβασμός, αξίες, η διαχείριση πραγματοποιείται με μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση και σιγουριά.[2]

Τα παιδιά δεν έχουν ανάγκη από ψυχολόγους, αλλά από γονείς.[1] Δεν χρειάζονται αχαλίνωτη ελευθερία, ούτε συνεχή επιβράβευση των πράξεών τους. Αυτό μόνο αρνητικά αποτελέσματα επιφέρει, όπως τις διαταραχές της συμπεριφοράς που προαναφέραμε. Όταν τίθενται όρια και πειθαρχία, το παιδί μπορεί να ζήσει έχοντας ένα πλαίσιο. Η αναρχία επιφέρει πνευματική σύγχυση και κλονισμό. Όταν με σταθερότητα και αγάπη πλαισιώνουμε τη ζωή των παιδιών, τότε δεν έχουμε να φοβόμαστε τίποτα.

Ποτέ δεν είναι αργά για να αλλάξει μια τυχόν ανάρμοστη συμπεριφορά ενός παιδιού. Το θέμα είναι να μην τοποθετηθεί ταμπέλα σε αυτό λέγοντας: «Είναι πια αργά! Δεν μπορώ να το βοηθήσω!».[3] Ωστόσο, αυτό δεν σημαίνει την άρνηση κάποιας διαπιστωμένης διάγνωσης. Αν λόγου χάρη έχουμε ένα παιδί με οποιαδήποτε μορφή αυτισμού, διάσπαση προσοχής ή διάχυτες αναπτυξιακές διαταραχές, δεν μπορούμε να τις αγνοήσουμε. Το καλύτερο που μπορούμε να κάνουμε σε αυτήν την περίπτωση είναι να το βοηθήσουμε με όποιους τρόπους μπορούμε.[4] Η στροφή στη βοήθεια ειδικών δεν αποτελεί ντροπή. Σκοπός είναι να κάνουμε τη ζωή των παιδιών πιο όμορφη, λαμπερή και εύκολη και όχι να τα δυσκολέψουμε, λαμβάνοντάς τα ως απλούς ανθρώπους. Κάθε παιδί έχει τις ιδιαιτερότητές του, πράγμα που συνεπάγεται ειδική μεταχείριση για το καθένα από νεαρή ηλικία.

Συχνά ξεχνάμε πως η οποιαδήποτε συμπεριφορά ενός παιδιού σημαίνει προσπάθεια για επικοινωνία, ίσως το σημαντικότερο στοιχείο στο ενδοοικογενειακό πλαίσιο. Έρευνες έχουν δείξει πως παιδιά που ενεργούν με άσχημο τρόπο, πρόκειται για παιδιά που αισθάνονται παραμελημένα. Αισθάνονται ότι δεν έχουν πάρει αρκετή αγάπη ή προσοχή και αρχικά η συμπεριφορά τους αποτελεί κραυγή επικοινωνίας. Όταν όμως αρχίζει να περνάει καιρός και να γίνεται συνήθεια, τότε η κατάσταση παίρνει άλλες μορφές και οδηγεί σε ψυχικές διαταραχές, που ακολουθούν το παιδί σε όλη του τη ζωή.[3]

Το «Εγώ» δεν χωράει σε μία οικογένεια. Από τη στιγμή που κάνει την εμφάνισή του το παιδί, το «Εγώ» γίνεται «Εμείς». Συμπέρασμα; Για να δημιουργηθούν οικογένειες που θα κρατήσουν μια ζωή απαιτείται  χρόνος, ενδιαφέρον, θέληση, ανιδιοτέλεια, αξίες απαραίτητες για τη διάρκεια κάθε διαπροσωπικής σχέσης. Στον βωμό της δεν παύουν να υπάρχουν τα όνειρα, οι φιλοδοξίες, οι στόχοι, απλώς αλλάζουν σχήμα και προσαρμόζονται στις νέες συνθήκες. Έτσι, ο «οργανισμός» μας πλέον αναπνέει, επιτελεί αρμονικά τις λειτουργίες του… ζει.

Βιβλιογραφία:

  1. «Τα παιδιά δεν θέλουν ψυχολόγο. Γονείς θέλουν!», Ν. Σιδέρης, εκδ. Μεταίχμιο
  2. «Παιδί και πειθαρχία», Μ. Ντενί, εκδ. Μίνωας
  3. «Μαζί με τους γονείς», π. Β. Θερμός, εκδ. Ακρίτας
  4. «Αυτισμός και Διάχυτες Αναπτυξιακές Διαταραχές», Α. Γενά, αυτοέκδοση