Παιδιά, εσείς περνάτε καλά στα μπουζούκια;

Παιδιά, εσείς περνάτε καλά στα μπουζούκια;

Της Μυρτώς Κατσούλη, πρώην συντάκτριάς μας

Αν και το θέμα δεν είναι πολύ επίκαιρο, δεδομένης της τρέχουσας κατάστασης, αποτελεί και αυτό μια -όχι και τόσο χιουμοριστική- πτυχή της κάποτε πραγματικότητας και συνάμα και μελλοντικής..

Αποπνικτική ατμόσφαιρα, όχι πια καπνός (ευτυχώς!), μουσική στη διαπασών μέχρι να σε πιάσει πονοκέφαλος και πανάκριβο φτηνιάρικο ποτό, αν αυτό λέγεται «ποτό». Σε κάποια, μάλιστα σε κερνάνε και φιστίκια. Eίδος πολυτελείας! Κι άμα κάθεσαι εξώστη, δίπλα ακριβώς στο ηχείο, και παρατηρείς την πίστα εξ αποστάσεως, περνάς τέλεια με περιορισμένη ορατότητα, φυσικά, αν η παρέα σου των έξι, χωράει ασφυκτικά σε τραπέζι για τέσσερις.

Αν και ακούγεται αστεία, είναι μια εικόνα πέρα για πέρα αληθινή που όλοι λίγο-πολύ έχουμε βιώσει. Και μάλιστα πάμε και ψωνίζουμε, εμείς τα κορίτσια ειδικά, τα «μίνια» και τα «δωδεκάποντα», με τα οποία με το ζόρι περπατάμε, για να πάμε καραστολισμένες να κάτσουμε να βαράμε παλαμάκια μέχρι τις έξι το πρωί.  

Έχει φτάσει, λοιπόν, δέκα η ώρα του Σαββάτου, της Παρασκευής ή και μιας συνηθισμένης καθημερινής για τους πιο «hardcore» και εμείς ακόμα να ετοιμαστούμε, γιατί «είναι πολύ νωρίς ακόμα». Και γύρω στις εντεκάμιση φτάνουμε στο κουβούκλιο της νύχτας, όχι πιο αργά, γιατί ο μετρ θα δώσει αλλού το προ εβδομάδος κλεισμένο τραπέζι. Εκτός αν είμαστε γυναικοπαρέα, που έχουμε ένα μισάωρο ακόμα περιθώριο.

Και έτσι ωραίες που φαινόμαστε σαν όρθια και καθιστά λαμπατέρ, με το συμπάθιο, περιμένουμε να δούμε τους performers για να λυσσάξουμε. Δεν λέω, έχει και αυτό τη γλύκα του. Και περιμένουμε ευλαβικά στη θέση μας, πίνοντας ήδη το πρώτο ποτήρι, ψιλομιλάμε, ψιλογελάμε, ψιλοχορεύουμε, ώσπου να μπει κατά τις δυόμιση το πρόσωπο της βραδιάς. Να ανέβει στη σκηνή για να αρχίσουμε να τσιρίζουμε σαν να βλέπουμε το Θεό τον ίδιο. Όλες, μωρέ, το κάνουμε κι ας μην το παραδεχόμαστε. Δεν είναι κακό. Για τα γέλια είναι.

Και κάνουμε κέφι με μια διαπεραστικότατη μουσική, που σείει όλη σου την ύπαρξη. Με ένα μπάσο να βαράει και να το ακούς στα σωθικά σου. Με ένα ποτήρι στο χέρι βροντοφωνάζουμε τους «στίχους» απέξω, αγκαλιαζόμαστε και απαθανατίζουμε τις ένδοξες αυτές στιγμές στην κάμερα. Κάποιες, μάλιστα, πολύ τολμηρές βγάζουν και τους κοθόρνους και ανεβαίνουν στα τραπέζια, μέχρι τα γκαρσόνια να κάνουν παρατήρηση να κάτσουν στ’ αυγά τους, για να μην τις διώξουν από το μαγαζί με τις κλωτσιές.

Και άμα κατέβεις από τον εξώστη και πας στη μεριά των vip -μπας και δεις το είδωλό σου από κοντά, μήπως σου δώσει κανένα πεταχτό φιλάκι να σε ξεφορτωθεί, άντε, μήπως σου κλείσει και το μάτι- έρχονται οι φουσκωτοί μπράβοι και σε διώχνουν, σαν να φυλάσσεται ο χώρος για την ελίτ.

Και θα έρθει και η ρημάδα η στιγμή που θα χρειαστεί να ξεσκάσεις από τη βαβούρα. Πας, λοιπόν, στο μπάνιο. Με τα δωδεκάποντα. Παραπατάς λίγο, αλλά καταφέρνεις να φτάσεις. Σε σώζουν, βέβαια, και οι προστατευτικές μπάρες, που βρίσκονται στα πέριξ για αυτές τις περιπτώσεις. Τη στιγμή που μπαίνεις μέσα, χαλαρώνεις για λίγα μόνο λεπτά, αφού συχνά ο επόμενος δεν σε αφήνει στην ησυχία σου από τα επίμονα χτυπήματα στην πόρτα. Βγαίνεις κακήν-κακώς και πας προς τον καθρέπτη, ο οποίος, σχεδόν πάντα, είναι πιασμένος από ένα σωρό όμορφες να φωτογραφίζονται σε όλες τις ποζισιόν.

Και εσύ (η καημένη!) θέλεις απλώς να πλύνεις τα χέρια σου για να τελειώνεις μια ώρα αρχύτερα, να επιστρέψεις στην παρέα σου. Και κάπου εκεί αντικρίζεις το είδωλό σου και βλέπεις το κάποτε άρτιο μακιγιάζ να χύνεται κάτω από τα μάτια σου και υπολείμματα κραγιόν να υπάρχουν -περιμετρικά μόνο- στο στόμα σου. Καλά, το μαλλί απερίγραπτο. Το ίσιο έχει σγουρύνει και το σγουρό έχει πια πατικωθεί. Και η εξωτερική εμφάνιση αντικατοπτρίζει πλήρως την εσωτερική διάθεση εκείνης της στιγμής.

Όλο το βράδυ λικνιζόμαστε και ιδρώνουμε σε έναν αμφιβόλου ποιότητας ρυθμό και εξαντλούμε τον οργανισμό μας από καταχρήσεις όλων των ειδών. Κουνιόμαστε και στριγκλίζουμε με πάθος, λες και βιώνουμε την τελευταία μέρα που είμαστε ζωντανοί. Και όλο αυτό το μακελειό το βαφτίζουμε «διασκέδαση».

Και φυσικά δεν φταίνε οι παράγοντες της διοργάνωσης. Φταίμε οι καλεσμένοι που τροφοδοτούμε το σύστημα. Που δεχόμαστε αβίαστα το ότι «έτσι περνάμε καλά». Δε λέω, για πολλούς κάτι τέτοιο θεωρείται όντως ψυχαγωγία. Απλά είναι κρίμα πόσο χρήμα και χρόνος σπαταλούνται για κάτι τόσο «μέτριο», θα λέγαμε επιεικώς. Και βάζω μέσα και τον εαυτό μου, έχω πέσει «θύμα» αυτής της εύκολης και ευτελούς διασκεδάσεως. Και έχω περάσει και καλά, μπορώ να πω. Υπάρχουν, όμως, και τόσα άλλα, ωραία, και πολύ καλύτερα μάλιστα, πράγματα που μπορεί κάποιος να κάνει, τόσο όμορφα μέρη που μπορεί να δει και ούτω καθ’ εξής.  

Καλό και το ξενύχτι, καλή και η δυνατή μουσική, καλά και όλα τα συναφή. Αλλά δεν είναι για συνέχεια. Και το «όχι» του Θεού είναι, που λέει ο λόγος. Δεν χρειάζεται να ξεφτιλιζόμαστε και να υποβιβάζουμε τους εαυτούς μας. Γιατί, λοιπόν, να αποδεχόμαστε την κατ’ επίφαση σοβαρότητα και επισημότητα της νύχτας σαν κάτι πολύ φυσιολογικό και να αφήνουμε να μας ποδοπατούν από όλες τις απόψεις;  

Τι θα κρατούσα από μια τέτοια έξαλλη βραδιά; Τα καλά της υπόθεσης, την παρέα, την ξεγνοιασιά, την προετοιμασία, το περιβόητο ξενύχτι, το κούνημα μέχρι τελικής πτώσης, τη λογική του «ξεδίνω». Έχει και την πλάκα του. Ας μην ξεχνάμε, όμως, άλλες εξίσου διασκεδαστικές ή και ψυχαγωγικές δραστηριότητες, της νύχτας πάλι -γιατί όχι- μόνο και μόνο «επειδή το κάνουν όλοι». Να ανοίξουμε τα μάτια. Αυτό μόνο.

+ posts

One thought on “Παιδιά, εσείς περνάτε καλά στα μπουζούκια;

Comments are closed.