Σήμερα θα ήθελα  να σε μάθω να φεύγεις…

Σήμερα θα ήθελα να σε μάθω να φεύγεις…

Θα ήθελα απόψε να σου μιλήσω για το πείραμα του βατράχου, μου το έμαθε μια φίλη μου. 

Το πείραμα έχει ως εξής: Λένε πως αν γεμίσεις μια κατσαρόλα με νερό, το αφήσεις να βράσει και ύστερα πετάξεις μέσα ένα βάτραχο, ο βάτραχος θα πηδήξει έξω και θα σωθεί. Αν όμως βάλεις τον βάτραχο από την αρχή μέσα στο νερό πριν ανάψεις την φωτιά, και ύστερα τοποθετήσεις την κατσαρόλα στο μάτι, τότε ο βάτραχος καθώς ζεσταίνεται το νερό, θα ρυθμίζει την θερμοκρασία του σώματός του, έτσι ώστε να είναι σαν αυτή του νερού που τον περιβάλλει. Και όπως γίνεται προφανές, ο βάτραχος νομίζοντας πως προσαρμόζεται επιτυχημένα στην αλλαγή που συμβαίνει γύρω του, θα πεθάνει. 

Το συγκεκριμένο πείραμα ιντριγκάρει την σκέψη μου, διότι διαφωτίζει ένα αξιοπερίεργο στοιχείο, ότι δηλαδή η προσαρμοστικότητα που ορίζεται από την επιστήμη της Βιολογίας  ως μια από την πιο σημαντικές -αν όχι η σημαντικότερη- πρακτικές οι οποίες εξασφαλίζουν την επιβίωση και την εξέλιξη του εκάστοτε είδους εδώ πέρα δρα εντελώς αντίθετα, εξασφαλίζοντας την εξαφάνισή του. 

Με μια πιο αποστασιοποιημένη ματιά, ξεδιαλύνω μέσα μου πως η συλλογιστική μου πορεία βάλλεται από το γεγονός πως στην φύση, το πείραμα του βατράχου δεν θα συνέβαινε απλά. 

Κι αυτό είναι το λάθος που κάνει η ανθρωπότητα κατ’ εμέ, βάζει στο φουλ το γκαζάκι πριν προλάβει να δει την ζημία που θα προκαλέσει το σπίρτο που άναψε πριν έναν αιώνα. Διότι κινούμαστε πολύ πιο γρήγορα από την βιολογική εξέλιξη, και αυτό μας δίνει το ΄προνόμιο’ της άγνοιας για τις συνέπειες των πράξεών μας. 

Αλλά εδώ δεν είμαστε για αυτόν τον σκοπό. Δεν ξέχασα την υπόσχεσή μου. Σου είπα πως σήμερα θα σου μάθω να φεύγεις και θα κρατήσω τον λόγο μου. 

Θέλω να μάθεις να φεύγεις, μάτια μου, από εκεί που δεν σε εκτιμούν, από εκεί που δεν σε σέβονται. Μπορεί το “εκεί” να είναι μια σχέση, ένας γάμος, μια δουλειά, μια φιλία, ένα σπίτι. Μπορεί να είναι η κοινωνία και ο τρόπος που δουλεύει, μπορεί να είναι το πρόσωπο της εξουσίας. 

Το φεύγω δεν διατυπώνει την έννοια της φυγής αλλά την έννοια της αντίστασης, της μη αποδοχής -με πιο απλά λόγια- της δεδομένης κατάστασης και την έμπρακτη αντιπαράθεσή μας σε αυτή. Βέβαια, όταν βρισκόμαστε στο πεδίο της διαπροσωπικής τοξικής σχέσης εκεί είναι καλό να φεύγουμε και κυριολεκτικά, χωρίς βέβαια να ξεχνάμε το κομμάτι της αντίστασης. Όταν όμως βρισκόμαστε εναντία σε μια εξουσία που εκφράζεται κοινωνικά, πολιτικά ή και οικονομικά, ο τρόπος να φύγουμε είναι να της γυρίσουμε με θάρρος την πλάτη και να κινήσουμε όχι μακριά, αλλά προς τα εκεί που θέλουμε να βρίσκονται τα πράγματα. 

Τον τελευταίο καιρό βλέπουμε ακραία σκηνικά κατάχρησης εξουσίας από την αστυνομία και την εξουσία. Επίσης, στην φόρα βγαίνουν περιστατικά όπου άνθρωποι έκαναν κατάχρηση εξουσίας που είχαν εξαιτίας σωματικής διάπλασης, εργασιακής θέσης κτλ. για να επιβληθούν σε άλλους με σεξουαλική και ψυχολογική βία.  

Και για αυτό πρέπει να μάθεις να φεύγεις… 

Πρέπει να μάθεις να οριοθετείς τον εαυτό σου. Να ξέρεις πού αρχίζεις και πού τελειώνεις. Κι αν δεν ξέρεις, να σε ρωτήσεις και να μάθεις. 

Μην ξεχνάς πως: “Στη ζωή σε αντιμετωπίζουν, όπως εσύ μαθαίνεις τους άλλους να σε αντιμετωπίζουν” (Wayne Dyer) 

Κλείνοντας, για μένα η σιωπή και η απραγία ποτέ δεν αποτέλεσε χρυσό αλλά ένα μεγάλο φτυάρι. 

Και επειδή σου το υποσχέθηκα… Θα μάθεις να φεύγεις, όταν συνειδητοποιήσεις ότι είσαι άνθρωπος και όχι βάτραχος και πως όχι μόνο μπορεί να βγεις από το καζάνι, αλλά να κλείσεις και την φωτιά. 

+ posts

Γεια παιδιάαα! Ονομάζομαι Μαρία Αθανασοπούλου, είμαι 19 χρονών, γεννηθείσα στις 27/09/2002 (ναι, ζυγός είμαι) και σπουδάζω νηπιαγωγός στο Πανεπιστήμιο της Πάτρας. Αγαπώ πολύ το γράψιμο και χαίρομαι που πλέον έχω ένα βήμα για να εκφράσω τις σκέψεις μου δημόσια.
Σκέψη άκρως συνειρμική, μ’ αρέσει να διαβάζω βιβλία, να πίνω ούζο με πορτοκαλάδα και να παίζω κιθάρα. Για μένα η συγγραφή είναι μια μορφή τέχνης και η Τέχνη -αντίθετα με αυτό που πολλοί πιστεύουν- δεν πρέπει να ’ναι όμορφη, ό,τι κι αν σημαίνει αυτό, πρέπει να σε κάνει να αισθανθείς κάτι.