Τα προβλήματα και ο μεταρρυθμιστικός χαβάς

Τα προβλήματα και ο μεταρρυθμιστικός χαβάς

Του Μιχάλη Κοττάκη, πρώην συντάκτη μας

Ο Διονύσης και η Ελένη, δύο 18χρονα παιδιά, απασχόλησαν εσχάτως την πολιτική επικαιρότητα με τις αποσταλείσες επιστολές τους προς την Υπουργό Παιδείας Νίκη Κεραμέως, με αφορμή τον αποκλεισμό τους από τις σχολές προτίμησής τους ένεκα της άρτι αφιχθείσας ΕΒΕ (Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής). Η ιστορία τους έφτασε από την εκπομπή Kontra24 της Αναστασίας Γιάμαλη μέχρι και την ολομέλεια της Βουλής. Έτσι λοιπόν, στη βάση των επιστολών διαμαρτυρίας αυτών ξετυλίχθηκε άλλο ένα κεφάλαιο της σφοδρής αντιπαράθεσης μεταξύ κυβέρνησης και αξιωματικής αντιπολίτευσης. Ο μεν Αλέξης Τσίπρας αναζητούσε μια κυβερνητική απάντηση στα εν λόγω παιδιά και η δε κυβέρνηση οχυρώθηκε πίσω από τη γραμμή υπεράσπισης της ΕΒΕ. Για άλλη μια φορά, όμως, όπως και σε κάθε κεφάλαιο σφοδρής αντιπαράθεσης στην Ολομέλεια δεν υπάρχει καρποφορία, δεν υπήρχε κάποιο κεκτημένο. Μηδενικό κέρδος για το δημόσιο διάλογο και μηδενικά βήματα μπροστά. Το μόνο που απομένει στο τέλος των ημερών των σφοδρών αντιπαραθέσεων είναι τα στιγμιότυπα έντασης των δύο πλευρών σαν να επρόκειτο περί ποδοσφαιρικού αγώνος, τα οποία θα διασπαρθούν στους κομματικώς ελεγχόμενους λογαριασμούς στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης. Από αυτά άλλο τίποτα.

Πράγματι, η Ελένη/(α) και ο Διονύσης αποκλείστηκαν αδίκως από τις σχολές προτίμησής τους. Ωστόσο, η αδικία δεν έγκειται στην ίδια την υπόσταση της ΕΒΕ κατά βάση. Το πρόβλημα και στις δύο υποθέσεις εντοπίζεται στην εξέταση στο πλαίσιο των πανελληνίων μαθημάτων που δεν διδάχθηκαν στις σχολικές αίθουσες -ψηφιακές και μη- των σχολείων αμφοτέρων των παιδιών. Τουλάχιστον, αθέμιτη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί μια νέα τέτοια ρύθμιση σε μια  σχολική χρονιά που διεξήχθη μετ’ εμποδίων. Επιπλέον, η θέσπιση ενός νέου συστήματος στις πανελλήνιες μόλις έναν μήνα πριν τη διεξαγωγή της εξέτασης καθόλου δεν πρόκειται να βοηθούσε τους υποψηφίους. Ο ψυχολογικός παράγων, κρίσιμος για την απόδοση των υποψηφίων θα δρούσε εις βάρος τους, πολλώ δε μάλλον όταν στο πεδίο της ψυχολογικής πίεσης οι νέοι και κυρίως οι έφηβοι έχουν “γράψει” ήδη πολλά χιλιόμετρα.

Αναζητώντας τα θετικά στοιχεία της εν λόγω ρύθμισης, τα πανεπιστήμια αποκτούν με την ΕΒΕ ένα νέο δικαίωμα. Αποκτούν λόγο και εξουσία στην πύλη εισόδου τους. Ελέγχουν με τον καθορισμό του κρίσιμου αυτού συντελεστή το εισαγόμενο επίπεδο και το επίπεδο των φοιτητών που καλούνται να διδάξουν και να γαλουχήσουν στα μονοπάτια της Επιστήμης. Έτσι, παρακάμπτεται εν μέρει ή και εν όλω η διαδικασία της κάλυψης γνωστικών κενών της δευτεροβάθμιας και ευθύς αμέσως εκκινεί το ταξίδι της γνώσης στην τριτοβάθμια. Τα παράδοξα με τα ύψη των ελαχίστων βάσεων που παρουσιάζονται σε μια διαδικασία σύγκρισης των τμημάτων ίδιας κατεύθυνσης μεταξύ τους συνιστούν απόρροια των διαφορετικών κριτηρίων και προσεγγίσεων από το εκάστοτε τμήμα στον καθορισμό του συντελεστή.

Όσον αφορά τον ίδιο το μεταρρυθμιστικό σκοπό της ΕΒΕ, είτε αυτός αφορά τον αποκλεισμό των υποψηφίων με βαθμολογίες της τάξεως του 2 και του 3, είτε αυτός αφορά το “ντιλάρισμα με τα ιδιωτικά κολλέγια”, είναι καθ’ όλα εκτός εποχής. Σε καμία περίπτωση η Ελάχιστη Βάση Εισαγωγής ανταποκρίνεται στα προβλήματα που φέρνει η έκτακτη περίσταση της πανδημίας. Δεν απευθύνεται στην απέχουσα από την κανονικότητα εκπαιδευτική διαδικασία, η οποία έρχεται ως απότοκο της έκτακτης περίστασης του κορωνοϊού. Απλούστατα, αν ήταν αρκετά έκτακτη και επείγουσα συνθήκη η εξάπλωση του κορωνοϊού και η αναστολή της δια ζώσης εκπαίδευσης, τότε γιατί δεν ήταν εξίσου επιτακτική η ανάγκη λήψης μέτρων με κατεύθυνση την τάχιστη επαναφορά σε ένα καθεστώς τουλάχιστον πλησίον της πάλαι ποτέ εκπαιδευτικής κανονικότητας; Πλέον, έχουν βρεθεί μορφές λύσεων προς την κατεύθυνση της επαναφοράς του δια ζώσης μοντέλου, με κύριο όπλο το εμβόλιο. Ωστόσο, τη στιγμή που ελήφθησαν και είδαν το φως της δημοσιότητας οι αποφάσεις αυτές ουδεμία σταγόνα πληροφόρησης και ουδεμία διαρροή υφίστατο για το “Αύριο” της εκπαίδευσης. Τοιουτοτρόπως, δημιουργείτο και μια αίσθηση παραίτησης από πλευράς Υπουργείου από τον σκοπό της επιστροφής στην κανονικότητα, αλλά και γενικότερα από την ίδια την εκπαιδευτική διαδικασία. Εν ολίγοις, τα προβλήματα ήταν άσχετα με τον μεταρρυθμιστικό χαβά της κυβέρνησης.

Βέβαια, μια ρύθμιση σαν αυτή της ΕΒΕ δεν μπορεί να σταθεί μόνη της. Εφόσον μεριμνά για την έλευση ενός δυσκολότερου καθεστώτος εισαγωγής στα Α.Ε.Ι., τότε πρέπει να εξασφαλιστεί η ύπαρξη ποικιλίας εναλλακτικών επιλογών για τη συνέχιση της εκπαίδευσης και την εξειδίκευση των υποψηφίων-αποφοιτησάντων απ’ τα σχολεία. Παράλληλα, για να μη θεωρηθεί ο κόφτης της ΕΒΕ μηχανισμός δημιουργίας πελατολογίου των ιδιωτικών εκπαιδευτικών ιδρυμάτων οφείλει η ποικιλία εναλλακτικών επιλογών να διαθέτει κύρος, κάλυψη από τον κρατικό μανδύα και πάνω απ’ όλα υψηλό επίπεδο, ποιοτικές εκπαιδευτικές παροχές και απορροφητικότητα στην αγορά εργασίας. Τα δημόσια ΙΕΚ αμφιβόλως καλύπτουν τις προκύπτουσες ανάγκες, καθώς καλούνται μετά την καθιέρωση του δεύτερου μηχανογραφικού να επωμιστούν το βάρος των 20.000 θέσεων. Χωρίς μια ενίσχυση σε υποδομές, αλλά και σε ποικιλία προγραμμάτων κατάρτισης τα ΔΙΕΚ από εναλλακτική επιλογή στα ραντάρ των υποψηφίων θα αποτελέσει έσχατη λύση για τους μη επωφελούμενους από τον ταξικό παράγοντα.

Μια μορφή δικαιοσύνης, όμως, σε ένα τέτοιο σύστημα πρέπει να εξασφαλίσει την εξάλειψη ανισοτήτων ταξικού χαρακτήρα που αφορούν την πρόσβαση στις δομές παραπαιδείας (κοινώς φροντιστήρια). Αυτή είναι η μόνη μέθοδος για να μιλήσει η πραγματική αξία και οι ικανότητες των υποψηφίων σε ένα δίκαιο σύστημα με την ύπαρξη της ΕΒΕ. Στο σημείο αυτό αρχίζουν τα ερωτήματα του ενός εκατομμυρίου. Ποιος όμως μπορεί να καταργήσει μια αγορά εκατοντάδων εκατομμυρίων -αν όχι δισεκατομμυρίων- που απορροφά την συντριπτική πλειοψηφία των αποφοίτων από τις σχολές με παιδαγωγική επάρκεια; Αν τα μαθήματα και ο τρόπος εξέτασης τους αναδεικνύουν τις πραγματικές ικανότητες των παιδιών και αποτελούν επίδειξη συγκεκριμένων μαθησιακών ικανοτήτων, ήτοι του παπαγαλισμού. Τι είναι πραγματική αξία και ποιος την καθορίζει; Και “πάει” λέγοντας…

“Κάνοντας” το λογαριασμό, η διάθεση για πραγματική αλλαγή, που να αντιμετωπίζει τις προκλήσεις των καιρών βρίσκεται σε χαμηλά επίπεδα, ενώ τα προκύπτοντα προβλήματα είναι πολυάριθμα σε κάθε επιδιωκόμενη κίνηση προς ρύθμιση του Υπουργείου. Η μεν κυβέρνηση προσπαθεί με λύσεις του ποδαριού να διορθώσει τα προβλήματα του εκπαιδευτικού συστήματος και η δε αντιπολίτευση εγγυάται απλώς την επαναφορά στο αμέσως προηγούμενο στάδιο. Σάμπως τα προβλήματα στο σύστημα των πανελληνίων εμφανίστηκαν μια ωραία πρωία μαζί με την ΕΒΕ. Ενδεχομένως, αμφότερες οι κυβερνητικές επιλογές να παρουσιάζουν υστέρηση σε θάρρος, ώστε να φέρουν εις πέρας μια αξιομνημόνευτη αλλαγή με μακροπρόθεσμη προοπτική και αποτέλεσμα υπέρ της συνολικής βελτίωσης του σταδίου μετάβασης από τη δευτεροβάθμια στα επόμενα βήματα. Απ’ ό,τι φαίνεται αμφότεροι ξεχνούν ότι η παιδεία αποτελεί βασική αποστολή του κράτους, στο τιμόνι του οποίου θα βρεθούν καλώς ή κακώς κάποια στιγμή και εμμένουν στην δριμεία κριτική, χωρίς την πρόταση ουσιωδών συστημικού χαρακτήρα λύσεων.