Τι δουλειά είχε; 

Τι δουλειά είχε; 

*Του Ανδρέα-Γεώργιου Σκίννερ, εξωτερικού μας συνεργάτη και φοιτητή στο Τμήμα Πολιτικής Επιστήμης και Ιστορίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο)

Προειδοποίηση περιεχομένου: το παρόν άρθρο συζητά και σχολιάζει εγκλήματα σεξουαλικής φύσεως.

Προσφάτως, σε μία συζήτηση για τη θρησκευτικότητα των νέων, με ρώτησαν πώς βλέπω τη στάση της εκκλησίας απέναντι στις γυναίκες. Στην απάντησή μου έκανα και μία επίκληση στην επικαιρότητα, αναφερόμενος στο «πώς τις αντέχετε» του Μητροπολίτη Κοζάνης. Μέχρι το τέλος της εβδομάδας κυκλοφόρησε η είδηση του ιερέα που βίαζε μία 14χρονη στα Πατήσια· ποια είναι η στάση της εκκλησίας απέναντι στις γυναίκες;

Βεβαίως, το άρθρο δεν έχει να κάνει με αυτό. Έχει να κάνει με την αυτονόητη, προφανή ερώτηση που για κάποιον λόγο κανείς δεν κάνει, μολονότι η 14χρονη βιάστηκε από έναν ιερέα: τι δουλειά είχε η 14χρονη στο κατηχητικό; Πράγματι, είναι περίεργη η σιγή, όσον αφορά αυτό το σημαντικότατο ερώτημα και γεννά νέα ερωτήματα· γιατί αυτή η σιγή; Μήπως η ελληνική κοινωνία έμαθε πια ότι το victim blaming είναι λάθος και ότι για τον βιασμό ευθύνεται μόνο ο παπάς; Σαφώς και όχι: ο βιασμός της 14χρονης «συνυπάρχει» στην επικαιρότητα με τον βιασμό της 24χρονης από τους λεβέντες της Θεσσαλονίκης, κι εκεί η κοινωνία ρωτάει χωρίς δισταγμό: τι δουλειά είχε η 24χρονη στη σουίτα;

Ξεκάθαρα υπάρχει κάποια ποιοτική διαφορά ανάμεσα στους δύο βιασμούς, ώστε να προκαλούν διαφορετικές αντιδράσεις. Το πρώτο ενδεχόμενο θα ήταν να υφίσταται ποιοτική διαφορά ανάμεσα στους θύτες· όμως, σε αμφότερες τις περιπτώσεις αυτοί είναι Έλληνες*, λευκοί άνδρες και μάλιστα προνομιούχοι (αστοί οι μεν, κληρικός ο δε), οπότε δυσκολεύομαι να δεχθώ ότι ο ιερέας έχει «ασυλία» από την προστασία που παρέχει η κουλτούρα βιασμού στους θύτες.

Το δεύτερο ενδεχόμενο θα ήταν να υφίσταται ποιοτική διαφορά ανάμεσα στις κοινωνικές καταστάσεις όπου τελέσθησαν οι δύο βιασμοί, ώστε το θύμα να «πήγαινε γυρεύοντας» ή όχι – ήτοι στο κατηχητικό το κορίτσι το εκκλησιαζόμενο ήταν αναπάντεχο να βιαστεί, γιατί είναι χώρος ασφαλής και ιερός, ενώ στη σουίτα η κοπέλα η αλανιάρα με τα πάρτι και τα ποτά έπρεπε να περιμένει να συμβεί κάτι τέτοιο· βέβαια, ούτε αυτό προκύπτει, καθώς θα έθετε τον νέο, έστω με τα ποτά κ.ο.κ, ως επικίνδυνο (σε αντίθεση με τον παπά), κάτι που δεν ταιριάζει με τη λογική του «πήγαινε γυρεύοντας».

Το τρίτο ενδεχόμενο θα ήταν να υφίσταται ποιοτική διαφορά ανάμεσα στα θύματα, όπως την ηλικία τους, ότι τάχα το ανήλικο κορίτσι τυγχάνει κάποιας «ασυλίας» από το victim blaming· κι όμως, η ελληνική κοινή γνώμη είναι τόσο χυδαία ώστε να μπορεί να κατηγορήσει κάλλιστα ένα παιδί που το βιάζουν – άλλωστε το κατηγορεί όταν το σκοτώνουν. Εδώ βλέπει τα κατατρεγμένα παιδιά του πολέμου ως εισβολείς…

Μήπως η ποιοτική διαφορά δεν είναι της 14χρονης με την 24χρονη, αλλά της 14χρονης με τον 15χρονο: Τι γύρευε στα Εξάρχεια ο 15χρονος, άλλωστε; Εδώ θεωρώ ότι βρίσκεται το πραγματικό αίτιο της «εξαφάνισης» της τρόπω τινά «εθνικής ερώτησής» μας: στις διαφορές της περίπτωσης της 14χρονης με αυτήν του Αλέξη Γρηγορόπουλου.

Ως απλώς ειπείν, ο Αλέξης ήταν ένας νέος στα Εξάρχεια, εκεί όπου «δεν έπρεπε» να είναι, ενώ η 14χρονη ήταν στο κατηχητικό, εκεί όπου «έπρεπε» να είναι. Οπότε, για αρχή, δεν μπορεί να κατηγορηθεί που έπραξε το «δέον» από μεριάς της. Πώς, όμως, ορίζεται το δέον; Στην περίπτωση των ανηλίκων, αυτό καθορίζεται από τους κηδεμόνες τους, αλλά και η κοινωνία τείνει να το κρίνει ως κάποιος «μέγας κοινωνικός κηδεμών». Και ο κηδεμόνας είναι μεταξύ αυτών που θα κριθούν για όλη τη ζωή του ανηλίκου, τις πράξεις και τις ευθύνες του.

Οπότε, ο Γρηγορόπουλος «δεν έπρεπε» να είναι στα Εξάρχεια, άρα ο κηδεμόνας του «δεν έπρεπε» να τον αφήσει να πάει εκεί ή «έπρεπε» να τον αποτρέψει. Αντιθέτως, η 14χρονη «έπρεπε» να πάει στο κατηχητικό και ο κηδεμόνας «έπρεπε» να τη στείλει εκεί. Και πώς θα κατηγορήσεις τον κηδεμόνα, επειδή έκανε αυτό που «έπρεπε»;

Κι εδώ ερχόμαστε σε μία άλλη πτυχή του ζητήματος: αυτήν της εξουσίας, της υπακοής και της ελευθερίας του παιδιού. Ο Γρηγορόπουλος έκανε κάτι που ο κηδεμόνας θεώρησε λάθος, ήτοι παράκουσε την εξουσία του μεγάλου κηδεμόνα, άσκησε την ελευθερία του, ως παιδί, να είναι έξω με τους φίλους του. Η 14χρονη δεν έκανε κάτι τέτοιο· η 14χρονη πήγε ακριβώς εκεί που την ήθελε ο κηδεμόνας, υπάκουσε την εξουσία του και εκεί βιάστηκε.

Συνεπώς, ο λόγος που δεν κυκλοφορεί το «τι δουλειά είχε στο κατηχητικό;» είναι γιατί εκεί «έπρεπε» να είναι, γιατί δεν ασκούσε την ελευθερία της, γιατί υπάκουγε την κοινωνική και ατομική διαταγή να εκκλησιάζεται, γιατί τήρησε την θέση της στην κοινωνία· αρχικά ως παιδί, αλλά και ως γυναίκα. Γυρίζουμε στην 24χρονη, η οποία ήταν σε πάρτυ, ή ήταν κάποια άλλη που φορούσε κοντά ρούχα, ή ήταν κάποια άλλη που με τον δικό της τρόπο ασκούσε την ελευθερία της και δεν τήρησε τη θέση της στην κοινωνία. Εκεί γαρ είναι η ποιοτική διαφορά της 14χρονης με τη 24χρονη: ήξερε τη θέση της. Και αφού την ήξερε, τώρα πια μπορούμε να ασχοληθούμε με την ευθύνη του ιερέα που ασέλγησε εις βάρος της.

Γιατί, όμως, πρέπει να ξέρει τη θέση της; Γιατί έχει καν θέση; Και σαν γυναίκα, αλλά και σαν παιδί; Γιατί πρέπει να περιβάλλεται από ένα σύνολο περιοριστικών κανόνων που ισχύουν μονάχα για εκείνην; Γιατί να πρέπει να είναι στο κατηχητικό; Γιατί να πρέπει να μην είναι στα Εξάρχεια; Γιατί να πρέπει να μην είναι στα πάρτυ; Γιατί να πρέπει να είναι στα Γαλλικά και στο πιάνο; Γιατί να πρέπει να είναι στην κουζίνα της; Γιατί, τέλος πάντων, είναι η ελληνική κοινή γνώμη τόσο Ταλιμπανέζικη, τόσο Ερντογανική;

Η απάντηση βρίσκεται στην εξουσία: στην πατριαρχική κοινωνία, υφίσταται μία εξουσιαστική σχέση του ανδρός επί της γυναικός, η οποία έχει ως αποτέλεσμα τον υποβιβασμό της γυναίκας σε υποκείμενο υπακοής και όχι ελευθερίας (όπως είναι ο άνδρας), δημιουργώντας το στρώμα εξουσιαζόντων, ελευθέρων ανδρών και εξουσιαζομένων, υπάκουων γυναικών. Φυσικά, εκτός από αποτέλεσμα, αυτή η εξουσιαστική σχέση έχει και αίτιο, και αυτό βρίσκεται στην Ιδιοκτησία: όταν πια με τη γεωργική επανάσταση, τα «των γυναικών» βρέθηκαν πια σε εξάρτηση από τα «των ανδρών», προτού απορροφηθούν από αυτά.

Και εξηγώ: στις πρώτες ανθρώπινες κοινωνίες, οι άνδρες και οι γυναίκες κατείχαν διαφορετικούς κοινωνικούς ρόλους ως προς την εξασφάλιση των προς το ζην, οι οποίοι, όμως, ήταν ισότιμοι και αλληλοσυμπληρώνονταν. Με τη γεωργική επανάσταση, ο ρόλος των ανδρών στράφηκε προς τη γεωργία (κτηνοτροφία κ.ο.κ.) και των γυναικών στην επεξεργασία των προϊόντων της ανδρικής εργασίας· αυτό έθεσε τη γυναικεία εργασία ως επόμενη, δευτερεύουσα και εξαρτημένη εργασία, έναντι της ανδρικής – κατά συνέπεια, έθεσε τη γυναίκα ως επόμενη, δευτερεύουσα και εξαρτημένη, έναντι του άνδρα. Για αυτό η γεωργική επανάσταση, δημιουργώντας την εξουσιαστική σχέση ανδρός-γυναικός, δημιούργησε στην ουσία την πρώτη ταξική διαίρεση της κοινωνίας. Αυτό φυσικά ολοκληρώθηκε με τη μεταφορά των «γυναικείων» αντικειμένων στους άνδρες τους, ώστε να μεταβιβάζονται πια από πατέρα σε γιο, και όχι από μητέρα σε κόρη, όπως το ίδιο το σπίτι. Έτσι, έπαψε η γυναίκα να αποτελεί φορέα ιδιοκτησίας και, συνεπώς, ελεύθερο υποκείμενο υπό την Αυτοκρατορία της Ιδιοκτησίας, ακόμα και σήμερα.

Η πατριαρχία ουν είναι θέμα ταξικό. Θέμα ταξικό είναι και ό,τι διαχωρίζει την κοινωνία σε ανωτέρους και κατωτέρους, εξουσιάζοντες και εξουσιαζομένους, «εμάς» και «αυτούς». Και αυτό είναι το έθνος, αυτό είναι η θρησκεία, αυτό είναι (εντελώς τυχαία) κάθε τι το οποίο επικαλείται η δεξιά. Η δεξιά, η ιδεολογία του προνομίου, η ιδεολογία της Ιδιοκτησίας, ο ίδιος ο καπιταλισμός είναι που έστειλε τη 14χρονη στο κατηχητικό. Γιατί; Μα για να μάθει να είναι εξουσιαζόμενη, γυναίκα όπως απαιτεί η εθνική και θρησκευτική παράδοση της χώρας, αντικείμενο και όχι υποκείμενο Ιδιοκτησίας, αντικείμενο και όχι υποκείμενο ελευθερίας. Και ίσως ο παπάς να είχε σκληρές μεθόδους διδασκαλίας, αλλά το ίδιο μάθημα δίδασκε.

Για αυτό δε ρωτά η κοινή γνώμη. Για αυτό απαντάω εγώ. Και τώρα που απάντησα, ήρθε η ώρα να ρωτήσω:

Τι δουλειά είχε η 14χρονη στο κατηχητικό;