Τι λέει και τι κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ εν καιρώ πανδημίας;

Τι λέει και τι κάνει ο ΣΥΡΙΖΑ εν καιρώ πανδημίας;

Η Κυβέρνηση τα έκανε μαντάρα. Πραγματικά. Αντικειμενικά. Ούτε ο Σπινόζα ο ίδιος δεν θα μπορούσε να θέσει ζήτημα υποκειμενικής φύσεως στην πολιτική που ακολούθησε η Νέα Δημοκρατία απέναντι στην εξάπλωση του νέου κορωνοϊού. Με την γνώση του ερχομού του εμβολίου, από πέρυσι κιόλας, στις αρχές του 2021, το επιτελείο του κ. Μητσοτάκη θα έπρεπε να ακολουθήσει μία σταθερή δέσμη μέτρων από το τέλος του πρώτου λοκντάουν έως και την άφιξη του εμβολίου στην Ελλάδα, και να δημιουργήσει τεχνητό έλλειμμα ακόμα και στον τουριστικό κλάδο, έναν από τους πιο εκτονωτικούς για την χώρα μας παραγωγικούς τομείς, γνωρίζοντας ότι του χρόνου η προσέλευση -μάλλον- θα είναι μαζικότερη από άλλη φορά. Αμ δε. Πιστή στο νεοφιλελεύθερο αφήγημα, σε πολλαπλές επιτακτικές περιπτώσεις αρνήθηκε να αυξήσει τις κρατικές δαπάνες, υποστηρίζοντας μικροεισοδηματίες και δημόσια νοσοκομεία και εισήγαγε τους τουρίστες κατά εκατοντάδες χιλιάδες χωρίς την παραμικρή πρόληψη, καταλήγοντας σήμερα να μετράμε μία χιλιάδα από νεκρούς ήδη, δεκάδες χιλιάδες κρούσματα και πάνω από 300 διασωληνωμένους ασθενείς.

Τα γνωρίζουν όλα αυτά και άλλα τόσα όσοι διαθέτουν μία ελάχιστη οξυδερκή αντίληψη και κριτική ματιά. Δεν χρειάζεται καν να διαβάζεις αντικαθεστωτικό Τύπο ή ανεξάρτητα μέσα ενημέρωσης. Ανοίγεις λίγο πιο διάπλατα τα μάτια και βλέπεις κυβερνητικούς εκπροσώπους και Υπουργούς Υγείας να ανακοινώνουν την ίδια μέρα διαφορετικές πολιτικές προστασίας, τον Πρωθυπουργό να «χαϊδεύει» θεοποιημένους επιστήμονες με επιβαρυμένο και σκανδαλώδες παρελθόν, έναν λαό που ενώ εγκλωβίστηκε στα της οικίας του χωρίς να γνωρίζει το Αύριο, τώρα να υποβάλλεται στο ίδιο μαρτύριο, την στιγμή που η ελίτ είχε μάθει πια το Αύριο αλλά είτε τεμπέλιασε, είτε προτίμησε να καταστείλει κάθε δικαίωμα αντίδρασης και έκφρασης όσο ακόμα θα είχε/έχει την δυνατότητα!

Το ερώτημα που τίθεται σε τέτοιες κρίσιμες περιόδους -ιστορικά, πολιτικά, ανθρωπολογικά- είναι απλό: Πού βρίσκεται η αξιωματική αντιπολίτευση, και γιατί δεν έχει καταφέρει να καλύψει ακριβώς εκείνη την πολιτική ζήτηση που κυνηγούν άτομα από κάθε ιδεολογικό φάσμα εν καιρώ πανδημίας, μέσα στην οποία γίνεται επιτακτική ανάγκη να ακουστεί μία εναλλακτική, ουσιαστική και αληθινά προοδευτική φωνή, η οποία θα υποχρέωνε ακόμα και μία πλειοψηφική κυβέρνηση να ακολουθήσει αντιπολιτευτικές  προτάσεις που τόσο μεγάλη απήχηση θα είχαν στα αυτιά του λαού;

Πρώτο λόγο σε συστηματικούς κλυδωνισμούς έχει πάντα η αξιωματική αντιπολίτευση. Στην προκειμένη, ο ΣΥΡΙΖΑ. Αν και σίγουρα πλήττεται από τα λάθη που παρελθόντος, όπως την ανυπακοή στην βούληση των πολιτών το 2015, την ύστερη κακή (όπως αναφέρεται σε πολλές συνεντεύξεις και βιβλία) -και ίσως και λίγο χαλαρή- αντιμετώπιση των δανειστών στο διαπραγματευτικό τραπέζι με τις πολιτικές λιτότητας, τα αχαλίνωτα μέτρα με τους κεφαλαιολογικούς ελέγχους και την απουσία ριζοσπαστικών αλλαγών στο κοινωνικό προσκήνιο, παρά του γεγονότος ότι το κόμμα του Αλέξη Τσίπρα παρουσιαζόταν με την ταμπέλα του σοσιαλισμού-ρεφορμισμού-ριζοσπαστισμού στο προσκεφάλι, ενώ έτσι συστηνόταν και στον κόσμο σε όλη την διάρκεια της προηγούμενης προεκλογικής καμπάνιας. Άλλο ένα λάθος που χρεώνεται από πολλούς ψηφοφόρους είναι ότι παρά την ιστορική σημασία της Συμφωνίας των Πρεσπών, αφέθηκαν ορισμένα κενά στη συνθήκη, τα οποία η Βόρεια Μακεδονία ενδέχεται να εκμεταλλευτεί μεταγενέστερα.

Πέρα από την εχθρική ματιά του κόσμου για τα πεπραγμένα του ως πρώτο κόμμα, ιδιαίτερα από τον σκληρό πυρήνα της Αριστεράς, ο ΣΥΡΙΖΑ δεν άλλαξε και πολλά όταν πέρασε στην άλλη πλευρά. Βασιζόμενος στον πύρινο λόγο του ηγέτη του, η επιρροή του οποίου, βέβαια, έχει μειωθεί δραματικά, συνεχίζει με μία «soft» σοσιαλδημοκρατική προσέγγιση των πραγμάτων. Ακόμα και αυτήν, ωστόσο, την εφαρμόζει και πάλι μόνο στα λόγια και όχι στις πράξεις. Ο μετασχηματισμός που υποσχόταν πολλά τελικά συνοψίστηκε στην ανταλλαγή πολιτικών γραφείων μεταξύ των τομεαρχών, ενώ η προσέγγιση νέων μελών καθίσταται αδύνατη μέχρι νεoτέρας, εξαιτίας των υγειονομικών συνθηκών. Παρά ταύτα, αν και δεν πρόσφερε πολλά στην εκδίκασή του, η καθημερινή βάση που έδινε ο ΣΥΡΙΖΑ στο σκάνδαλο της Novartis βοήθησε να μην ξεχαστεί σε εθνικό επίπεδο από την δημοσιότητα η υπόθεση, όπως έχει γίνει με δεκάδες άλλα δικαστικά ζητήματα τεράστιων (και πολιτικών) διαστάσεων στο παρελθόν.

Στη κορύφωση της πανδημίας και της κυβερνητικής ακινησίας, αναμενόταν από την αξιωματική αντιπολίτευση να παίξει κινήσεις «ρουά ματ». Κάτι τέτοιο, φυσικά, ουδέποτε έγινε. Τα δύο σημεία που έχουν μείνει χαραγμένα στη μνήμη είναι τα 11 μέτρα που πρότεινε η κοινοβουλευτική ομάδα του κ. Τσίπρα για την αντιμετώπιση της υγειονομικής και οικονομικής κρίσης, τα οποία, μολονότι εύλογα, τα περισσότερο έμοιαζαν ουτοπικά τη συγκεκριμένη στιγμή, όπως και η πρόσφατη πρόταση του τέως Πρωθυπουργού για διορισμό Υπουργού Υγείας που θα χαίρει κοινής αποδοχής από όλο το Κοινοβούλιο, την στιγμή που ο κ. Κικίλιας γράφεται στις μαύρες σελίδες της ελληνικής πολιτικής ιστορίας, έχοντας πάρει στο κεφάλι του αρκετούς από τους (περίπου) 1.000 αποθανόντες. Αν και η πρόταση αυτή ήταν πράγματι απροσδόκητη, ευχάριστη και ορθή, δεν έδειξε να θερμαίνει και πολύ τον κόσμο, ο οποίος -για του λόγου το αληθές- σε μία τέτοια περίοδο που βιώνουμε βλέπει παντού εχθρούς στο κοινοβουλευτικό σύστημα.

Τέλος, η αποχώρηση Κοντονή από το κόμμα θύμισε στον κόσμο την εγκληματική τροποποίηση που πραγματοποίησε στον (αστικό) Ποινικό Κώδικα η αποχωρούσα κυβέρνηση το 2019, ενώ οι πολλαπλές φορές που ο ΣΥΡΙΖΑ αιτήθηκε Συμβούλιο Πολιτικών Αρχηγών απορρίφθηκε χωρίς καν δημόσια διαβούλευση, απόδειξη μεν της αδιαφορίας της Νέας Δημοκρατίας για την εύρεση των ορθότερων λύσεων και της βέλτιστης αντιμετώπισης της πανδημίας και των ελληνοτουρκικών και δε της απουσίας υποστήριξης από τον λαό στο πάλαι ποτέ (;) «ριζοσπαστικό» κόμμα, αφού δεν παρατηρήθηκε ουδεμία μαζική αντίδραση στην ακύρωση των αιτημάτων. Ανησυχητικό κομμάτι αυτής της παραπαίουσας πορείας του ΣΥΡΙΖΑ, αν μη τι άλλο, είναι ότι δίνει την ευκαιρία στην Νέα Δημοκρατία να διεξάγει εκλογές αμέσως μετά το τέλος του πανδημικού συναγερμού. Και με μεγαλύτερα -πιθανώς- ποσοστά επιτυχίας σε εκλογές (παρά το αναλογικό σύστημα που θα ισχύσει), με ό,τι συνέπειες αυτό συνεπάγεται…

Παύλος Γιαννόπουλος... Αμέ, έχω και εγώ ένα όνομα. Ένα όνομα και ένα επίθετο, ανάμεσα σε τόσα άλλα στον κόσμο ετούτο. Ένας απλός φοιτητής του Καποδιστριακού, συγκεκριμένα στο τμήμα των Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, διαβάζοντας και γράφοντας συνεχώς, προσπαθώντας να αφυπνίσω συνειδήσεις προπαγανδίζοντας (αν υπάρχει τέτοια φράση), ώστε στον βαθμό που και εγώ μπορώ να δώσω το θετικό μου στίγμα σε μία Γη που βράζει. Σε κοινωνίες και άτομα που χρήζουν εν συναίσθησης και εν συνείδησης.
ΦΚ λέγεται το project που μπορεί να πετύχει και να μετουσιώσει τα παραπάνω. Mία φοιτητική ιστοσελίδα που χαρακτηρίζεται από μία ανιδιοτέλεια και μία αντικειμενική υποκειμενικότητα που στους καιρούς μας απουσιάζουν.