Το άλφα στερητικό της στέγης

Το άλφα στερητικό της στέγης

Μια ακόμα φήμη, η οποία άσκοπα και αδιάκοπα εξαπλώνεται από άνθρωπο σε άνθρωπο, από αυτί σε αυτί, από γενιά σε γενιά, από γειτονιά σε γειτονιά, είναι αυτή που αφορά τους αστέγους. Ένα άλφα στερητικό πίσω από μία λέξη τόσο δεδομένη για όλους μας. Τόσο σίγουρη, που όσο την έχουμε στην ζωή μας, αν όχι κανένας, οι εννιά στους δέκα, ποτέ δεν κοντοσταθήκαμε να σκεφτούμε: «Πόσο τυχερός είμαι που έχω ένα ζεστό σπίτι να με αγκαλιάζει κάθε μέρα. Να με προφυλάσσει από την κακοκαιρία και την φασαρία. Να με προφυλάσσει από τους υπόλοιπους ανθρώπους».

Ούτε και εγώ την είχα δεδομένη, μέχρι που μου την στερήσανε. Πάντα ήμουν μοναχικός άνθρωπος. Το σπιτάκι μου δεν το μοιραζόμουν, μου άρεσε η άπλα και το γεγονός ότι δεν χρειάστηκε ποτέ να επιβάλλω τους κανόνες μου σε κάποιον ώστε να μπορέσουμε να ζήσουμε αρμονικά. Βέβαια, πάντα απολάμβανα να φιλοξενώ φίλους και συγγενείς για όσο χρόνο χρειάζονταν. Τρελές πολυτέλειες ποτέ δεν είχα. Θέρμανση δεν είχα. Μία μικρή σόμπα να ζεσταίνει εμένα και ελάχιστα τον χώρο γύρω μου. Με μία μόνο θερμαντική πλάκα. Το κρεβάτι μου ήταν και ο καναπές μου, δύο βήματα από την κουζίνα και τρία βήματα από το μικρό μου μπάνιο. Η ντουζιέρα ήταν ένα με το πάτωμα, οπότε κάθε φορά τα νερά χόρευαν από εδώ κι εκεί με την σφουγγαρίστρα να τα μαζεύει σαν να ‘ταν τα εξάχρονα παιδιά της που είναι αδύνατον να τα καθίσεις κάτω για πέντε ολόκληρα λεπτά. Δεν παραπονιέμαι όμως. Μακάρι να ήμουν στο σπίτι μου, και ας το σφουγγάριζα όλη μέρα.

Στην πλατεία που μαζευόμαστε καμιά φορά, όταν έχει φύγει ο πολύς ο κόσμος για να αποφύγουμε τις φωνές, τις κλοτσιές και τα φτυσίματα συζητάμε για το πώς κατέληξε ο καθένας μας εδώ. Αχ, ένας άνθρωπος που μας συμπεριφέρεται σαν να είμαστε σκουπίδια να ήταν στην άκρη και να μας άκουγε. Να άκουγε και να διαπίστωνε πως κι εμείς άνθρωποι σαν και εκείνον είμαστε. Απλά λιγότερο τυχεροί, και περισσότερο δυνατοί. Με ρώτησε ένας φίλος τις προάλλες, λοιπόν, πώς βρέθηκα εδώ. Και του είπα.

Η ζωή μου ήταν απλή μα είχα όσα χρειαζόμουν για να την χαρακτηρίσω «καλή». Δούλευα σε εστίαση. Στην κουζίνα του μαγαζιού που εργαζόμουν είχα μία καλοπληρωμένη θέση. Όλα κυλούσαν ρολόι μέχρι που μας έκλεισαν επειδή ανακαλύφθηκε πως ο ιδιοκτήτης, ο εργοδότης μου, ήταν μπλεγμένος σε αρκετές παράνομες καταστάσεις για τις οποίες δεν έμαθα ποτέ. Έμεινα χωρίς δουλειά. Στην αρχή προσπάθησα να μην χάσω την ψυχραιμία μου. Άλλωστε είχα ένα ποσό μαζεμένο από τον τόσο καιρό που έχυνα τον ιδρώτα μου πάνω από τα μάτια της κουζίνας. Κάποιες περικοπές θα τις έκανα, όμως. Καλύτερα, κομμένα τα μεγάλα γεύματα. Η χώρα διένυε κρίση, όταν εγώ έψαχνα δουλειά. Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, παράλληλα, είχαν αυξηθεί. Οι εργοδότες πατούσαν στις ανάγκες τους και στο γεγονός ότι ήταν απελπισμένοι. Προσλάμβαναν εκείνους, καθώς δέχονταν για μισθό τα ψίχουλα. Ράγιζε η καρδιά μου κάθε φορά που έβλεπα την ευτυχία ζωγραφισμένη στο χαμόγελό τους, που βρήκανε δουλειά, ενώ λίγα μέτρα πιο δίπλα ο εργοδότης να έχει ζωγραφισμένη στο δικό του χαμόγελο την πονηριά και την κακία. Έδινα παντού το βιογραφικό μου, χτυπούσα πόρτες στο κέντρο της Αθήνας για μια δουλειά, και ας μην σχετιζόταν με το πτυχίο μου στην μαγειρική. Ξεκίνησα να ψάχνω δουλειές μόνο και μόνο για να έχω το ελάχιστο εισόδημα. Κανείς δεν με ήθελε. Ήμουν στην θέση να καθαρίσω οποιοδήποτε πάτωμα, να γυαλίσω όποιο τζάμι χρειαζόταν. Είχα βάλει αγγελίες και για φύλαξη μικρών παιδιών, μα κανένας τους δεν δεχόταν έναν φτωχό άνεργο να φροντίσει τα παιδιά τους. Λες και θα τους χτυπούσαν την πόρτα οι πλούσιοι από τα βόρεια προάστια για να φυλάξουν τα μωρά τους.

Είχα χάσει ήδη πολύ βάρος. Η όψη μου είχε αλλάξει κατά πολύ. Έτρωγα ένα γεύμα την ημέρα. Είχα καθυστερήσει το ενοίκιο τρεις μήνες και δώδεκα ημέρες. Ξημέρωσε η δέκατη τρίτη, και βρήκα ένα χαρτάκι που έλεγε με μεγάλα κόκκινα γράμματα “έξωση”. Είχα μιλήσει στον ιδιοκτήτη του σπιτιού μου για την δύσκολη περίοδο που διανύω και έδειξε μία κατανόηση στην αρχή. Μάλλον η κατανόηση του τελείωσε. Έπρεπε να μαζέψω όλα μου τα πράγματα και να φύγω. Ναι, αλλά να πάω πού; Δεν είχα καν τόσο μεγάλο σακίδιο για να χωρέσω μέσα όλα μου τα υπάρχοντα. Όλη μου την ζωή. Πώς χωράει η ζωή σου άραγε μέσα σε ένα σακίδιο πλάτης; Κλήθηκα σύντομα να το ανακαλύψω.

Δεν μπορούσα να διαθέσω χρήματα για να αγοράσω ένα ακριβό καλό σακίδιο, οπότε έβαλα όλα μου τα πράγματα σε μεγάλες μαύρες σακούλες σκουπιδιών που δανείστηκα από τον απέναντι. Ντρέπομαι να τον αντικρίσω, να του πω πως δεν μπορώ να τις ξεπληρώσω. Αυτή ήταν η πρώτη φορά που έκλεψα. Και η τελευταία.

Δεν είχα λεφτά για εισιτήριο, οπότε περπάτησα την μισή Αθήνα με όλο μου το σπίτι στις πλαστικές μου σακούλες. Σε μια στοά βρήκα ένα μέρος να ξαποστάσω. Και είχα βρει το νέο μου σπίτι.

Ήμουν ένας άστεγος άνθρωπος. Δίχως τίποτα. Χρωστώντας λεφτά στον νοικάρη και σακούλες στον απέναντι. Το πρώτο βράδυ δεν κοιμήθηκα. Είχα μετατραπεί σε μία ανθρώπινη μπάλα και έκλαιγα ακατάπαυστα. Τι θα έκανα; Πώς θα επιβίωνα; Βρήκα, την επόμενη μέρα, μια γυναίκα με ένα μωρό στην αγκαλιά και προσευχήθηκα για την δικιά μου τύχη μπροστά στην δική της. Το μωρό της κρύωνε. Δεν το σκέφτηκα δεύτερη στιγμή, σηκώθηκα, πήρα το μωρό προσεκτικά από την αγκαλιά της, το τύλιξα καλά με την μπλε μου μάλλινη κουβέρτα, και της το έδωσα πίσω. Τα μεγάλα της αμυγδαλωτά μάτια μου είπαν ένα ευχαριστώ πιο μεγάλο από όσα έχω ακούσει μέχρι τώρα στην ζωή μου. Δεν χρειάστηκε να αρθρώσει ούτε λέξη. Μου μίλησε για το κοντινότερο συσσίτιο και μου είπε να την ακολουθήσω. Περπατήσαμε είκοσι λεπτά, ώσπου φτάσαμε σε ένα μέρος με ανθρώπους σαν και μένα. Άστεγους, θλιμμένους, αδύνατους, πεινασμένους, βρώμικους και νηστικούς. Άνηκα και πάλι κάπου.

Από το τίποτα, καλύτερο το φαγητό του συσσιτίου, του Δήμου. Μα, ειλικρινά, δεν κάνει ούτε για τα αδέσποτα. Έπρεπε να μαζέψω λίγα ψιλά, να αγοράσω λίγο ψωμί, λίγο γάλα. Είχαμε χωριστεί σε διάφορα σημεία και συνήθως το βράδυ μοιραζόμασταν τα κέρδη για να αγοράσουμε κάτι όλοι μαζί. Τις πολύ κρύες ημέρες ήταν αδύνατον να στηθούμε κάπου και να παρακαλάμε για είκοσι λεπτά. Μπορεί να κάναμε να τρώμε και τρεις και τέσσερις ημέρες. Είχα χάσει είκοσι κιλά μέσα σε έναν χρόνο σχεδόν. Όσο πιο άσχημος τόσο δυσκολότερο να σου δώσουν λίγα από τα χρυσά δισκάκια τους.

Πλέον, κάθε μέρα πριν καλά καλά ξημερώσει σηκώνομαι υπό τον ήχο των καθαριστικών του Δήμου που λειτουργούν ως υπενθύμιση της νέας μου ζωής. Μιας ζωής που την αγκαλιάζει η βία, λεκτική και σωματική. Και αν δεν είναι κάτι από αυτά τα δύο θα είναι οι γονείς που απομακρύνουν τα παιδιά τους από κοντά μου, οι απάνθρωποι που με φτύνουν και με μολύνουν με τα μικρόβια και την μικροπρέπειά τους, τα γουρουνάκια με τις μπλε στολές που μου λένε να σηκωθώ και να φύγω επειδή ενοχλώ. Όσον αφορά την σωματική βία, στην καλύτερη είναι κλοτσιές στο ανήμπορο σώμα μου, ενώ στην χειρότερη γκλοπ να χοροπηδάνε πάνω μου τόσες φορές που χάνω όχι μόνο την αίσθηση του μετρήματος, αλλά κάθε άλλη αίσθηση που με διατηρεί. Λεκτική βία; “Βρωμάς, σήκω φύγε”, “Έτσι θα γίνεις αν δεν διαβάζεις στο σχολείο”, “Κοίτα πώς είναι”, “Τα ‘θελε και τα ‘παθε”, “Έτσι είναι αν παρανομείς. Δεν μπορείς να την γλυτώνεις για πάντα”.

Τόσα πολλά σχόλια καθημερινώς να μου θυμίζουν πόσο άδειοι είναι οι άνθρωποι. Που μιλάνε με σιγουριά για οτιδήποτε συμβαίνει γύρω τους χωρίς να γνωρίζουν απολύτως τίποτα. Είναι θλιβερό, όμως, που για να ενεργοποιηθεί η ανθρωπιά σου πρέπει να βρεθείς σε μία τέτοια θέση. Γιατί, αν ένα πράγμα κέρδισα από την κατάντια μου είναι αυτό.

Ποτέ άλλοτε δεν είχα τόση αλληλεγγύη μέσα μου, τόση προθυμία να βοηθήσω τον πιο αδύναμο, επειδή θυμάμαι πως και γω βρέθηκα εκεί. Να εκτιμώ το “ευχαριστώ” που ακούω σε τέτοιον βαθμό που να μαζεύονται δάκρυα στα μάτια μου. Να εννοώ το “ευχαριστώ” όταν δεχτώ βοήθεια που τα δάκρυα να μην συγκρατούνται άλλο και να σχηματίζουν ένα κάπως λευκό ποταμάκι στο μάγουλό μου.

Μιλάνε όλοι για ειρήνη, για έναν τέλειο κόσμο, για αλληλεγγύη, ανθρωπιά, για πράξεις που υποδηλώνουν μια μεγάλη ψυχή. Μα μετά από λίγο, με κοιτάνε και κουνάνε το χέρι τους μπροστά από την μύτη τους για να διώξουν την δυσοσμία. Την δυσοσμία που αναβλύζει από το καημένο μου κορμί. Θέλω μια μέρα να σηκωθώ από το χαρτόνι μου και να φωνάξω: “Πώς μιλάτε για όλα αυτά τα μεγάλα, ενώ δεν μπορείτε να κάνετε ούτε τα μικρά; Όχι να με βοηθήσετε. Απλά να μην με σχολιάσετε;”

Σκέψεις που κάνω κάθε μέρα. Σκέψεις που με κρατάνε δίχως ύπνο τα βράδια. Σκέψεις που βρέχουν το χαρτόνι μου. Θέλω επιτέλους να γυρίσω στο σπίτι μου. Να ξαπλώσω σε ένα στρώμα και να σκεπαστώ με μια κουβέρτα που κανείς δεν θα μου βρέξει απλά από κόμπλεξ και κακία. Θέλω να ανοίξω μία βρύση και να πάρω από το ντουλάπι ένα καθαρό ποτήρι. Όχι να ρουφήξω μαζί με το νερό την βρώμα από τις ξεφλουδισμένες μου παλάμες. Θέλω πίσω τα απλά, που όλοι θεωρούν δεδομένα.

Και ποιος άραγε θα με ακούσει; Βρήκα ένα σκισμένο τετράδιο και ένα μισοτελειωμένο στύλο να γράψω την ιστορία της ζωής μου. Ποιος άραγε να εκτιμήσει την νουβέλα μου; Να ακουστούν θέλω οι σκέψεις μου, να δει ο κόσμος πόσο λάθος κάνει για εμένα. Να δει ο κόσμος πόσο άδικος είναι. Να κλάψει με την συμπεριφορά του. Και αν δεν χύσει ούτε ένα δάκρυ δεν με πειράζει.

Στην επόμενη ζωή, όλα θα είναι καλύτερα.

+ posts

Καταγωγή από τον πυρήνα της Ελλάδας γεμάτη με θαυμασμό για τα τοπία που περιέχουν το πράσινο της φύσης και το γαλάζιο του βυθού. Λάτρης της hip hop μουσικής, της στάσης ζωής των χίπηδων και της εκμετάλλευσης του τώρα παρά του άγχους για το αύριο.
Πάθος για την γραφή από μικρή κιόλας ηλικία, ξεκινώντας με άρθρα “Πού πήγα διακοπές το καλοκαίρι” και καταλήγοντας σε παραγράφους γεμάτες επανάσταση και αφυπνισμό. Θαμώνας συνεργατικών καφενείων, πλατειών, ροκ μπαρ και χώρων συναυλιών. Ελπίζω σε έναν καλύτερο κόσμο όχι από άποψη, αλλά από ασυγκράτητο αίσθημα δικαιοσύνης. Μ’ αρέσει να υπογράφω με έμμεση αναφορά στο όνομά μου. Peace.