Το ταβάνι του ελληνικού ποδοσφαίρου;

Το ταβάνι του ελληνικού ποδοσφαίρου;

Μία στιγμή ήταν και αυτή, και πάει και τελείωσε (ξανά). Όπως κάθε χρόνο σχεδόν την τελευταία δεκαετία, ο Ολυμπιακός τελείωσε την ευρωπαϊκή του πορεία τον Μάρτιο (Φλεβάρη υπό κανονικές συνθήκες), οι δύο δικέφαλοι (ΑΕΚ και ΠΑΟΚ) τον Δεκέμβριο, ενώ ο Παναθηναϊκός και ο Άρης που «ανασταίνονται» δεν αναμένεται να πρωτοπορήσουν τις επόμενες σεζόν που πιθανώς -αν και με την δημιουργία του Conference League και την κατηφόρα της Ελλάδας στα ranking φαντάζει λίγο δύσκολο- θα συμμετέχουν σε κάποια ευρωπαϊκή διοργάνωση. 

Διαχρονικά -και πέρα από την χρυσή δεκαετία του 70’ για τον Παναθηναϊκό- οι εγχώριοι «μεγάλοι» σύλλογοι δεν έχουν κατορθώσει κάτι σπουδαίο. Περιστασιακά, έχουν σημειωθεί μεγάλες νίκες από ελληνικές ομάδες, κυρίως από τις αθηναϊκές. Ωστόσο, αυτές αποτελούν το επιστέγασμα του ελληνικού ποδοσφαίρου, πλάι στις κορυφαίες στιγμές του: το μακρινό Euro του 2004 και το ακόμα πιο μακρινό τελικό των «πρασίνων» με τον Άγιαξ στο Γουέμπλεϊ το 1971. 

Δεν θα σταθώ πολύ στα εξωγηπεδικά, αφού ο περισσότερος φίλαθλος κόσμος γνωρίζει ότι επικρατεί η διαφθορά και η «αλλεργία» για ουσιώδεις επενδύσεις. Δεν υπάρχει πραγματική επένδυση σε μία ομάδα, ιδίως τα τελευταία χρόνια, ενώ όταν σπαταλήθηκαν λεφτά (π.χ. Νέο Καραϊσκάκη, Νέα Φιλαδέλφεια) συνήθως συνέβαλαν και ορισμένες κρατικές ενέσεις. Οι ισχυροί άνδρες των μεγάλων ομάδων, παρά την αγάπη τους για την ομάδα που έχουν στην ιδιοκτησία τους τις περισσότερες φορές, εκμεταλλεύονται την θέση αυτή για παράπλευρες επιχειρηματικές ευκαιρίες, και προφανώς για να πολλαπλασιάσουν τα κέρδη τους μέσα από τις επιτυχίες των ομάδων τους (Ολυμπιακός κυρίως, με ΠΑΟΚ και ΑΕΚ να ακολουθούν). Αντί να ρίξουν κεφάλαια στο ρόστερ της ομάδας και στο τεχνικό τιμ -με έμφαση στους σκάουτερς, ώστε να συνδέεται η ελληνική αγορά με διάφορες σημαντικές πηγές ποδοσφαρικού ταλέντου- το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο περιγράφεται από συνιδιοκτησίες, παραρτήματα, ιδιαίτερα φιλικές σχέσεις μεταξύ συλλόγων που καταστρέφουν τον ανταγωνισμό, καθοδηγούμενο αρμόδιο θεσμό (Ε.Π.Ο.), αισχρές αθλητικές εγκαταστάσεις στην πλειονότητα των συλλόγων, εγκατάλειψη των Ακαδημιών, ύποπτες αθωώσεις υψηλόβαθμων παραγόντων, εξτρεμιστικό χουλιγκανισμό. Να προστεθεί και η πλήρης αδιαφορία για τα τοπικά πρωταθλήματα (όπως φαίνεται ξεκάθαρα και στις συνθήκες της πανδημίας), τα οποία μπορούν -σε σπάνιες περιπτώσεις- να παράγουν παίχτες έτοιμους για επαγγελματικό αθλητισμό. 

Όπως προαναφέρθηκε, το ελληνικό ποδοσφαιρικό κοινό που γνωρίζει έστω τα ελάχιστα ξέρει τα παραπάνω. Αυτό που αδυνατεί πολλές φορές να συγκρατήσει ο μέσος φίλαθλος είναι η καθολική μικρονοοτροπία που κουβαλάνε οι ελληνικοί σύλλογοι στην Ευρώπη. Αδυνατεί να το κατανοήσει, καθώς πανηγυρίζει για κάθε ήττα των αντιπάλων και κράζει σαν τρελός τις στιγμές μιας ήττας της ομάδας του, έχοντας κολλημένα διαρκώς πάνω του -και μέσα στο μυαλό του- οπαδικά γυαλιά. Δεν πρόκειται περί κάποιας «συνολικής στήριξης του ελληνικού ποδοσφαίρου/αθλητισμού» και εθνικιστικής/πατριωτικής τύπου άποψης (παρότι και αυτό καθίσταται αναγκαίο ορισμένες φορές), μα αν όλοι βλέπανε χωρίς υποκειμενικότητα τα ευρωπαϊκά ματς κάθε ελληνικής ομάδας θα έβλεπαν ακριβώς αυτό: την μικρονοοτροπία, η οποία χαρακτηρίζει τους παίκτες, τους προπονητές, την διοίκηση, όλη την ομάδα θαρρείς, και ξεκινάει από τον ισχυρό άνδρα κάθε συλλόγου. 

Το ποδόσφαιρο συνιστά το κυρίαρχο λαϊκό άθλημα για δύο λόγους: Πρώτον, διότι είναι εφικτό να παίξεις σχεδόν παντού και ασχέτως από τα κοινωνικά/ταξικά στρώματα που χαρακτηρίζουν τις σύγχρονες αστικές δημοκρατίες και τις άνισες ευκαιρίες που αυτές προσφέρουν, ο καθένας έχει δικαίωμα συμμετοχής. Δεύτερον, καθώς συνεπαίρνει τον καθένα με τον απρόβλεπτο χαρακτήρα του. Εξού και οι εντυπωσιακές ανατροπές και εκπλήξεις ανά τα χρόνια, ακόμα και στο επαγγελματικό επίπεδο και τον εμπορευματικό χαρακτήρα που πλέον πρεσβεύει, όπου τα λεφτά αποτελούν μία από τις σημαντικότερες παραμέτρους του πρωταθλητισμού. Οι ελληνικές ομάδες, ωστόσο, φαίνεται σαν να το ξεχνάνε διαρκώς αυτό, σκύβοντας το κεφάλι και παίζοντας -βρισκόμενες αντιμέτωπες με μεγαλύτερα μεγέθη- ένα άχαρο, παθητικό και αμυντικό ποδόσφαιρο, εμμένοντας στη λαϊκευμένη λογική «όσα λιγότερα φάμε, τόσο το καλύτερο». Και όταν αφήνεις μία πρωτοκλασσάτη ομάδα (π.χ. Άρσεναλ) να παίζει με 70% κατοχή κατά σου, ούτε οι καλύτεροι αμυντικοί στην ιστορία δεν θα μπορούσαν να αποτρέψουν το γκολ (ή τα γκολ). Παράλληλα, την ίδια στιγμή μπορεί να βλέπεις μία ομάδα με λιγότερο μπάτζετ από την ισχυρότερη στη χώρα σου (π.χ. Ντιναμό Ζάγκρεμπ) να κάνει την ανατροπή σε ομάδα ισάξια του αντιπάλου σου. 

Μίλησα κάπως συμβολικά, αλλά νομίζω διαφαίνεται το νόημα και η διάσταση αυτής της ηττοπάθειας που στιγματίζει το ελληνικό ποδόσφαιρο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Φυσικά, αυτήν την κριτική δεν την αποφεύγει ούτε το αντιπροσωπευτικό εθνικό συγκρότημα, το οποίο αποτελεί διαχρονικό επίπεδο αντανάκλασης των συγκρουόμενων (ή απόλυτων) συμφερόντων της ΕΠΟ, μαζί με όλα τα άλλα αρνητικά που έχουν μπολιάσει το ελληνικό επαγγελματικό ποδόσφαιρο. Αν αυτή η κατάσταση αποκρυσταλλωθεί πλήρως και δεν γίνουν καίριες επεμβάσεις για αλλαγή, τόσο θεσμικά όσο και από τους μεγάλους παράγοντες, τότε το ταβάνι του ελληνικού ποδοσφαίρου θα είναι οι «16» του Τσάμπιονς Λιγκ ή οι «16» του Γιουρόπα Λιγκ. Και δεν θα είναι πλήρης αντιπροσώπευση, αλλά μοναδική εκπροσώπηση από μία μεσαία μεν, στάσιμη δε ομάδα.  

Παύλος Γιαννόπουλος... Αμέ, έχω και εγώ ένα όνομα. Ένα όνομα και ένα επίθετο, ανάμεσα σε τόσα άλλα στον κόσμο ετούτο. Ένας απλός φοιτητής του Καποδιστριακού, συγκεκριμένα στο τμήμα των Πολιτικών Επιστημών και Δημόσιας Διοίκησης, διαβάζοντας και γράφοντας συνεχώς, προσπαθώντας να αφυπνίσω συνειδήσεις προπαγανδίζοντας (αν υπάρχει τέτοια φράση), ώστε στον βαθμό που και εγώ μπορώ να δώσω το θετικό μου στίγμα σε μία Γη που βράζει. Σε κοινωνίες και άτομα που χρήζουν εν συναίσθησης και εν συνείδησης.
ΦΚ λέγεται το project που μπορεί να πετύχει και να μετουσιώσει τα παραπάνω. Mία φοιτητική ιστοσελίδα που χαρακτηρίζεται από μία ανιδιοτέλεια και μία αντικειμενική υποκειμενικότητα που στους καιρούς μας απουσιάζουν.