Όλα όσα χάνονται

Όλα όσα χάνονται

Το κόκκινο χρώμα, αυτό το χρώμα που ίσως λίγο παραπάνω από τα υπόλοιπα, σου ασκεί μία επιρροή. Το χρώμα που θα αντικρίσεις πάνω σε ένα άνθος, να το έχει βάψει από την κορυφή των πετάλων έως τα πιο απόκρυφα σημεία, που αγγίζουν το κοτσάνι πάνω-πάνω, όταν ήταν ένα μπουμπούκι που ισορροπούσε προσεκτικά στην πράσινη κατακόρυφη δοκό, που άλλοτε είναι επιθετική γεμάτη αγκάθια κι άλλοτε ευγενική και λεία, προκαλώντας σε να την χαϊδέψεις με τα ακροδάχτυλά σου. Το χρώμα που θα αντικρίσεις πάνω σ’ ένα άνθος, σ΄ ένα δέντρο και σ΄ ένα ζώο, όταν το ανθρώπινο είδος θα έχει αποφασίσει πως ήρθε ξανά η ώρα για καταστροφή, για εμπρησμό. Το χρώμα που θα σε κάνει να γουρλώσεις τα μάτια σου από την ομορφιά της φύσης, ενώ παράλληλα μπορεί να σε κάνει να τα μισοκλείσεις απελευθερώνοντας την μικρή σταγόνα να κυλήσει στην επιδερμίδα σου, σκεπτόμενος την φρικαλεότητα των ανθρώπων.

Το μπλε χρώμα. Αυτό της θάλασσας, του απέραντου ωκεανού, που γεννάει στην αγκαλιά του εκατομμύρια πλάσματα της φύσης διαιωνίζοντας την ζωή, μα παράλληλα πνίγει με τα αφρώδη χέρια του παιδιά που φύγανε σε μια πλαστική βάρκα μαζί με τους δικούς του αναζητώντας ένα καλύτερο μέλλον. Παιδιά που το μέλλον αυτό το κοιτάνε τώρα πια από ψηλά. Το μπλε του βυθού, που όταν η ζωή σου φαντάζει «πολλή» ώστε να την διαχειριστείς, το σκέφτεσαι σε κάποιο νησί σε κάποιες διακοπές, με κάποιους δικούς σου. Την ηρεμία που σου προσέφερε, όταν το δροσερό νερό σκέπαζε τα κουρασμένα σου πέλματα.

Το πράσινο. Το μοναδικό χρώμα που όταν το σκέφτεσαι μπορείς να το μυρίσεις. Φρεσκοκομμένο γρασίδι ή ένα μικρό φυλλαράκι δυόσμου. Το πράσινο που όταν σε περιτριγυρίζει όπου κι αν σταθείς, συνειδητοποιείς πως το καλοκαίρι είναι κοντά. Τα πρώτα θερμά αεράκια σου σκουντάνε τους ώμους, ψιθυρίζοντάς σου πως η ξεκούραση, μικρή ή μεγάλη, πλησιάζει όλο και περισσότερο. Είσαι στον δρόμο και πάντα τεντώνεις το χέρι σου να αγγίξεις τα φύλλα ενός χαμηλού δέντρου, ή το ψηλό γρασίδι που στέκεται περήφανο και καμιά φορά χορεύει υπακούοντας την χορογραφία του ανέμου.

Και δεν είναι μόνο αυτά τα τρία χρώματα που δίνουν νόημα σε κάθε τι γύρω σου. Μα είναι ίσως τα πρώτα τρία που παίζουν τόσο σημαντικό ρόλο στην ζωή σου. «Ποια είναι τα βασικά χρώματα;» σε ρωτάει κάποιος, και αυτομάτως ξεκινάς να απαριθμείς με αυτά τα τρία. Άπειρες αποχρώσεις και άπειρα χρώματα που θα συνδυάσεις στις φωτογραφίες, στα ρούχα, στο φαγητό, στα σεντόνια, στο ίδιο σου το πρόσωπο. Συνδυασμοί που υπακούν στο γούστο και την αισθητική σου, που σου βελτιώνουν την διάθεση και την ψυχική σου κατάσταση, όταν χρειάζεσαι από κάπου να απορροφήσεις ευχαρίστηση.

Φαντάσου να ξυπνήσεις αύριο, και το μόνο που μπορείς να δεις είναι ένα κατάμαυρο πέπλο.

Ξαφνικά, δεν μπορείς να διακρίνεις τον εαυτό σου πίσω από το διάφανο γυαλί που στέκεται μπροστά σου. Βρίσκεται πίσω από το πέπλο η αντανάκλασή σου, ή μήπως κοιτάς τελικά προς τον τοίχο; Το διαμέρισμα που θεωρούσες κάποτε οικείο έχει μετατραπεί σε έναν λαβύρινθο γεμάτο κινδύνους. Τα συρτάρια δεν είναι ποτέ στην θέση τους. Η τουαλέτα είναι μία άβυσσος. Ένα ποτήρι νερό είναι πάντα πολύ μακριά ή πάντα πολύ κοντά. Τα δάχτυλά σου είναι πολύ μεγάλα. Πάντα, πολύ μεγάλα.

Τι είναι η τυφλότητα; Εκεί που θα έπρεπε να υπάρχει τοίχος τα χέρια σου δεν βρίσκουν τίποτα. Εκεί που δεν θα έπρεπε να υπάρχει τίποτα, το χαμηλό τραπεζάκι του σαλονιού σου γδέρνει το καλάμι. Οι δρόμοι που περπατούσες ξανά και ξανά σου μοιάζουν άγνωστοι. Τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο που ήξερες πως τρεμοπαίζουν και είτε τα απέφευγες είτε δεν έδινες σημασία στην κίνησή τους, πλέον σε κάνουν να παραπατάς τόσο πολύ, δημιουργώντας σου μία ζαλάδα που ταρακουνάει την αρχιτεκτονική όλου σου του εγκεφάλου. Τα δέντρα, τα παγκάκια, τα τετράγωνα ολόκληρα, έχουν μετακινηθεί σκόπιμα, νομίζεις λες και διαισθάνθηκαν την αδυναμία σου και προσπαθούν να σε υποτάξουν στην παραίτησή σου.

Δεν μπορείς να νιώσεις ασφαλής. Όλα για σένα είναι ξένα. Μέχρι και το φαγητό στο πιάτο σου πρέπει να το τοποθετείς εσύ με σκοπό να ξέρεις τι είναι πού. Και αν θέλει κάποιος άλλος να σε σερβίρει, πρέπει αναγκαστικά να βρείτε έναν τρόπο καθοδήγησης. Ίσως με τα νούμερα που ποζάρουν ακούραστα πάνω στο ρολόι. Στο έξι βρίσκεται το ρύζι, στο νούμερο τρία είναι το κρέας, στο δέκα η σαλάτα, ενώ στο επτά βρίσκεται η συνοδευτική σάλτσα. Και αν σου δώσουνε το πιάτο σου ανάποδα, το γεύμα σου λειτουργεί σαν υπενθύμιση ότι όλα από εδώ και στο εξής είναι πιο δύσκολα. Πιο μαύρα. Σαν κατάμαυρο σεντόνι που θρηνεί.

Ξεκινάει μια καινούρια μέρα. Ακόμα λογομαχείς με τον εαυτό σου για το αν άνοιξες τα μάτια σου ή όχι. Ναι, ανοιχτά είναι, μα δεν διακρίνουν τίποτα. Όχι πια. Σου λείπει να βλέπεις τα χρώματα των σεντονιών σου. Με μια υφή ούτε μεταξωτή, ούτε και βαμβακερή. Είναι η υφή της ηρεμίας σου. Σου λείπει να βλέπεις το χρώμα του αγαπημένου σου πρωινού ροφήματος να αλλάζει, όταν το γάλα χύνεται μέσα του και απλώνεται αρμονικά. Σου λείπουν τα χρώματα από τις κούπες και τα ποτήρια που έχεις στοιχισμένα, σαν τις μινιατούρες σου από όταν ήσουν παιδί.

Σου λείπει να παρατηρείς την απόχρωση του δέρματός σου να αλλάζει, όταν ο ήλιος του επιτίθεται χρησιμοποιώντας τις ακτίνες του σαν γεμάτα ακτινοβολία μαστίγια κατά του κορμιού σου. Σου λείπουν οι ελιές σου. Κάποιες καφέ και κάποιες κόκκινες, που με απορία καμάρωνες πάντα και αναρωτιόσουν γιατί έχουν αυτό το χρώμα. Σου λείπουν τα τατουάζ σου. Οι γραμμές, τα μοτίβα, οι σκιάσεις, τα χρώματα. Τα κοιτούσες και τα χάιδευες από αγάπη. Τώρα τα χαϊδεύεις για να επιβεβαιώσεις την παρουσία τους. Έχουν πλέον επουλώσει ολοκληρωτικά και δεν τα νιώθεις πλέον. Είναι ένα με το δέρμα σου, ένα με εσένα. «Είναι ακόμα εκεί;», απορείς σιωπηλά. Ξεκινάς αργά να παρανοείς.

Απλώνεις μηχανικά το χέρι σου για να διαβάσεις το βιβλίο σου, μαζί με τον καφέ σου που σε έχει λερώσει ήδη δυο-τρεις φορές. Άλλη μια ειδοποίηση της βάναυσης πραγματικότητας που σε απορρόφησε μέσα της. Αρχίζεις ακουστική έρευνα για τον κώδικα Μπράιγ. Το άλφα είναι μια κουκίδα πάνω αριστερά. «Θα μπορέσω να ξαναγράψω;», ψιθυρίζεις στο άδειο σου σαλόνι.

Σου λείπουν τα μάτια σου. Το βλέμμα και το χαμόγελό σου. Σου λείπουν τα πρόσωπα των οικείων σου και το πρόσωπο το δικό σου. «Έχει φυτρώσει κάποιο σπυράκι; Φαίνεται αρκετά; Χρειάζομαι ξύρισμα;»… Και ποιανού η απάντηση θα σε καλύψει; Σου λείπει η όψη της βιβλιοθήκης σου. Της τόσο καλά οργανωμένης. Και το κάδρο που κρέμασες στον διάδρομο. Είναι ίσιο ή γέρνει; Θα ρωτήσεις κάποιον επισκέπτη. Η τουαλέτα είναι καθαρή; Θα την καθαρίζεις κάθε φορά για σιγουριά. Τα πράγματα στο ψυγείο έληξαν; Ο λεκές στο παντελόνι καθάρισε; Πώς σε κοιτάνε οι γύρω σου; Με λύπη ή με θαυμασμό;

Τότε που τα βλέφαρα ανοιγόκλειναν και το μαύρο ήταν στιγμιαίο πώς ένιωθες; Σκέφτηκες ποτέ πως κάποτε το ανοιγόκλεισμά τους δεν θα είχε καμία διαφορά για εσένα; Παρατήρησες για αρκετή ώρα το μπλε της θάλασσας; Θαύμασες όσο της αρμόζει την πράσινη φύση; Αφουγκράστηκες την γειτονιά σου; Κοίταξες τα γύρω διαμερίσματα; Κοιτούσες τα κορδόνια σου όσο τα έδενες; Είναι αλλιώς να επιλέγεις να μην τα κοιτάς, μιας και η κίνηση σου βγαίνει μηχανικά, και αλλιώς να μην μπορείς να τα δεις. Στην τηλεόραση άλλαζες κανάλι χωρίς να βλέπεις τι πατάνε τα δάχτυλά σου; Τώρα μπορείς να το κάνεις αυτό;

Τώρα θα ακούς. Θα αγγίζεις. Έφτιαξαν με ειδική παραγγελία για εσένα μια μακέτα της γειτονιάς σου. Τριακόσια πλακάκια. Πέντε δέντρα. Τρεις πόρτες ανοιχτές και δεκαπέντε κλειστές. Ποια διεύθυνση ακουμπάς;

Βγαίνεις να τολμήσεις. Ένα. Δύο. Τρία. Τέσσερα. Πέντε. Έξι. Επτά. Οκτώ. Εννιά. Δέκα. Έντεκα. Το πόδι σου βρήκε ένα σκαλοπάτι. Σκοντάφτεις. “Θα τα καταφέρεις”, σου λένε γλυκά στο αυτί. “Δεν μπορώ”, απαντάς συνοδεύοντας την φράση σου με ένα αλμυρό δάκρυ. Σου ξέφυγε.

Επιστρέφεις στο διαμέρισμα και προσπαθείς να μάθεις απέξω τα τριγύρω τετράγωνα ψηλαφίζοντάς τα με τα δάχτυλά σου. Η μακέτα σου δεν μοιάζει καθόλου με την αληθινή γειτονιά. Θα σου πάρει καιρό να καταλάβεις ότι είναι ολόιδιες.

Κοιτούσες αρκετά τότε που μπορούσες; Όχι. Μετανιώνεις. Και τι δεν θα έδινες για μία ώρα παρακολούθησης του κόσμου σου.

Πώς θα ζεις τώρα πια; Τώρα πια βασίζεσαι στις αναμνήσεις και στη φαντασία σου… 

+ posts

Καταγωγή από τον πυρήνα της Ελλάδας γεμάτη με θαυμασμό για τα τοπία που περιέχουν το πράσινο της φύσης και το γαλάζιο του βυθού. Λάτρης της hip hop μουσικής, της στάσης ζωής των χίπηδων και της εκμετάλλευσης του τώρα παρά του άγχους για το αύριο.
Πάθος για την γραφή από μικρή κιόλας ηλικία, ξεκινώντας με άρθρα “Πού πήγα διακοπές το καλοκαίρι” και καταλήγοντας σε παραγράφους γεμάτες επανάσταση και αφυπνισμό. Θαμώνας συνεργατικών καφενείων, πλατειών, ροκ μπαρ και χώρων συναυλιών. Ελπίζω σε έναν καλύτερο κόσμο όχι από άποψη, αλλά από ασυγκράτητο αίσθημα δικαιοσύνης. Μ’ αρέσει να υπογράφω με έμμεση αναφορά στο όνομά μου. Peace.

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται.