6. Οι ευκαιρίες παρουσιάζονται πάντα την πιο ακατάλληλη στιγμή

Της Μυρτώς Κατσούλη, πρώην συντάκτριάς μας

«Και πολλή σημασία έδωσες!», είπε η Λίλλη θυμωμένη. «Ακούς εκεί να μας κάνει και τον δύσκολο! Ο αχόρταγος!»

Έδινε πόνο η καημένη για το «μαργαριτάρι» που πήγε κι έμπλεξε η φίλη της! Δεν της έφταναν τα νεύρα των εξετάσεων και ο άλλος που δεν είχε δώσει σημάδια ζωής, είχε τώρα να παρηγορεί τα απαρηγόρητα. Είχε και ένστικτο, η άτιμη. Κάτι από την αρχή δεν της κολλούσε με αυτόν τον «Τάσο». Τώρα επιβεβαιώθηκαν οι ανησυχίες της.

– «Δεν αξίζει καν να το σκέφτεσαι! Βρες άλλον ρε παιδάκι μου!»

– «Ναι, μωρέ, θα μου περάσει», έλεγε η Ελπίδα λίγο καταθλιπτικά. Εξάλλου δεν είχε περιθώρια να είναι στεναχωρημένη, καθώς την επόμενη μέρα θα έφευγαν για Σίφνο και ποιος ξέρει τι θα την περίμενε.

– «Δηλαδή, εν ολίγοις, θέλει να είναι με τη γκόμενα και ταυτόχρονα να βγαίνει και με σένα, με το συμπάθιο, όποτε του καπνίσει; Δεν μας τα λέει καλά ο κερατάς!». Τα ‘χε πάρει τώρα η Λίλλη, ξαπλωμένη δίπλα στην Ελπίδα. Χωρίς τσιγάρο, φυσικά, να πνίξει τον πόνο, αφού ήταν και η κυρία Παναγιώτα στο σπίτι…

– «Με τον Παύλο τι γίνεται;», ρώτησε η Ελπίδα για να αλλάξει θέμα. Αν και τα ‘ξερε από πρώτο χέρι, δεν ήθελε αφενός να προδώσει τον φίλο της, αλλά ούτε και να στεναχωρήσει την πολύ ταραγμένη Λίλλη.

– «Τι να γίνεται; Έχουμε τελειώσει εδώ και καιρό», είπε η Λίλλη.

– «Τι εννοείς εδώ και καιρό,» ρώτησε ξαφνιασμένη η Ελπίδα.

– «Εδώ και έξι μήνες», απάντησε ατάραχα η Λίλλη.

– «Και γιατί, μωρή, δεν είπες τίποτα;». Έκανε τη χαζή η Ελπίδα.

– «Βαρέθηκα. Άσε που το κέρατο πήγαινε σύννεφο…»

Τα δύο κορίτσια κοιτάχτηκαν. Η Ελπίδα δεν είπε τίποτα. Ούτε η Λίλλη. Και ο νοών νοείτο. Δεν έδωσε περιθώριο η μία στην άλλη για παραπάνω κουτσομπολιό, καθώς τα βλέφαρά τους είχαν αρχίσει να τις προδίδουν. Είχαν μεγάλη μέρα μπροστά τους και δεν γινόταν να την χάσουν με τίποτα. Ερχότανε το πιο αναπάντεχο τριήμερο της ζωής τους…

Έφτασαν στο νησί έντεκα ακριβώς. Πήραν το λεωφορείο από το λιμάνι για τη Χώρα, περπάτησαν με τις βαλίτσες στο χέρι μέχρι το σπίτι, κυριολεκτικά πέταξαν τα πράγματα στο δωμάτιο, έβαλαν μαγιό και κατευθείαν στη θάλασσα. Δεν είχαν σκοπό να χαραμίσουν ούτε ένα λεπτό από την ξεγνοιασιά τους.

Άραξαν στην παραλία της Χρυσοπηγής, αφού, φυσικά, είδαν την ιστορική εκκλησίτσα και έβγαλαν έναν σωρό από φωτογραφίες. Έτσι, να απαθανατίσουν την ένδοξη στιγμή. Έστρωσαν τις ψάθες τους κάτω από κάτι αρμυρίκια. Κοίταξαν τριγύρω τους νιώθοντας  αγαλλίαση. Η παραλία ήταν κατακλυσμένη από ζευγαράκια, παππούδες και οικογένειες Γάλλων. Ευτυχώς θα χαλάρωναν, δίχως ανεπιθύμητες φωνές και παρουσίες. Τρεις ολόκληρες μέρες θα τις πέρναγαν ήρεμα, ατάραχα και ανενόχλητα.

Γύρω στις τέσσερις το απόγευμα αποφάσισαν να ξεκουνηθούν και να πάνε να τσακίσουν τα τηγανητά καλαμαράκια που τους μοσχομύρισαν στο ταβερνάκι πάνω από την παραλία. Ένιωθαν τέλεια που όλα κυλούσαν φυσιολογικά, χωρίς σκαμπανεβάσματα. Μέχρι που, μόλις έκατσαν, άκουσαν από πίσω τους κάτι γνώριμες, αντρικές (ο Θεός να τις κάνει!) φωνές.

Γύρισαν «διακριτικά» το κεφάλι τριακόσιες εξήντα μοίρες από τη λαχτάρα που πήραν και τα μάτια επιβεβαίωσαν τα αυτιά τους.

-«Όχι, ρε φίλε!…», αναφώνησαν σχεδόν ταυτόχρονα. 

Χαρωπά και ανέμελα κατέβαινε τα σκαλιά με άλλους δύο φίλους του ο Παύλος. Είπαμε, κολλητιλίκι με Ελπίδα, αλλά και πρώην της Λίλλης. Συνεπώς, ανεπιθύμητη παρουσία. Εξάλλου, τώρα τελευταία είχε αρχίσει να τα χαλάει και στην Ελπίδα με την από το πουθενά παράξενη συμπεριφορά του.

– «Γύρνα να μη μας δει!», διέταξε η Λίλλη.

– «Τι θα κάνουμε;»

– «Δεν τους είδαμε, προφανώς!»

– «Ρε είμαστε στο ίδιο μέρος, την τρέλα μου! Θα μας δουν αυτοί!», είπε αφηνιασμένα τώρα η Ελπίδα.

– «Καλά δεν σου είπε ότι θα έρθει εδώ;»

– «Γιατί; Μιλήσαμε καθόλου;», φώναξε η Ελπίδα ψιθυριστά.

– «Σσττ! Έρχονται προς το μέρος μας!», ψιθύρισε η Λίλλη και έσκασε το χαμόγελο «χαίρομαι που σας βλέπω, αλλά άι πνιγείτε». Το ίδιο και η Ελπίδα.

– «Γεια σας κορίτσια», πήρε πρωτοβουλία ο λεγάμενος. «Πώς κι από ‘δω;», συνέχισε ακάθεκτος. «Δεν ήξερα ότι θα έρθετε εδώ!». Το πήγαινε φιρί-φιρί.

– «Εσείς πώς κι από εδώ;», πέταξε το μπαλάκι η Λίλλη με ένα βλέμμα που πέταγε σπίθες.

Ψιλογέλασε αυτός.

-«Νομίζω μας παρακολουθείτε», χιουμορίστας ο άτιμος. Οι άλλοι δύο σιωπή. Ένιωθαν την αμηχανία της στιγμής και το είχαν βουλώσει.

Ψιλογέλασαν και τα κορίτσια. Ο ένας κορόιδευε τον άλλον.

-«Λοιπόν, καλή όρεξη και ελπίζουμε να τα ξαναπούμε εδώ στο νησί.», είπε ο Παύλος πριν κάνει νόημα στους άλλους δύο να αποχωρήσουν.

Έγνεψαν αντίο και άντε στο καλό.

«Τι σκατά, δεν θα τους ξαναπετύχουμε..», ήλπισε από μέσα της η Λίλλη. Αν και της είχε ψιλογυαλίσει ένας από τους ήσυχους…

Τα κορίτσια απόλαυσαν χωρίς πολλά πολλά τα καλαμαράκια, άραξαν λίγο ακόμα και έφυγαν για το σπίτι. Το βράδυ είχαν έξοδο.

Πανέτοιμες και καρακουκλάρες κατέβηκαν στη Χώρα για βάφλες. Έπρεπε λίγο να στυλωθούν (και να γλυκαθούν), γιατί τις περίμενε μεγάλη νύχτα. Μετά τη μεσημεριανό πατατράκ ήθελαν να δώσουν πόνο, έτσι, για το γαμώτο. Από το να κάνουν σαν χαζές καρακάξες και να κλαίνε με τη μοίρα τους, θα έλυναν έμπρακτα το πρόβλημά τους.

Περπάτησαν να δουν τη Χώρα σινάμανες κουνάμενες να τραβήξουν τα βλέμματα. Όχι ότι το είχαν ανάγκη, απλώς ήθελαν να τους ανέβει λίγο το πεσμένο ηθικό. Ειδικά η Λίλλη τα ‘χε δώσει όλα.

Τα κορίτσια κόζαραν για λίγο τα μπαράκια να δούνε πού θα κάτσουν για τα «προεόρτια», αλλά για κακή τους τύχη ήταν γεμάτα. «Ελάτε σε μισή ωρίτσα» έπαιρναν σαν απάντηση από όλα τα μαγαζιά. Απογοητευμένες και ήδη η ώρα δωδεκάμισι έκαναν να φύγουν και να πάνε στο κλαμπ, το ένα και μοναδικό της Σίφνου.

Και λίγο πριν πάνε στο καλό, ακούνε από μακριά ένα «Κορίτσια, κορίτσια!». Δεν έδωσαν, όμως, και πολλή σημασία και συνέχισαν ακάθεκτες τον δρόμο τους, ώσπου η Λίλλη ένιωσε ξαφνικά ένα χέρι στον δεξιό ώμο της. Έντρομη γύρισε απότομα το κεφάλι και βλέπει έναν νεαρό κάνα-δυο χρόνια μεγαλύτερο να την κοιτάει επίμονα. Σκιάχτηκε για ένα δευτερόλεπτο και κουνήθηκε για να διώξει το ξένο χέρι από πάνω της.

– «Με συγχωρείς», είπε η Λίλλη, όχι και πολύ ευγενικά. «Γνωριζόμαστε από κάπου;»

– «Όχι», απάντησε αυτός ντροπαλά, αλλά αποφασιστικότατα. «Σας είδαμε που ψάχνατε τραπέζι και λέγαμε μήπως θέλατε να κάτσετε μαζί μας. Είμαστε εγώ κι άλλοι δύο».

Δεν χρειάστηκε και πολύ για να πειστούν, τρεις αυτοί, δύο αυτές, και δώστου τα κεράσματα και δώστου και τα γέλια, άλλο που δεν θέλανε οι πονηρές. Κατά τις δύο και κάτι την κάνανε από το μαγαζί για να συνεχίσουν στο κλαμπ με την ίδια παρέα. Μπήκανε όλοι φτιαγμένοι και φορτσάτοι για μια αξέχαστη βραδιά, σαν να ήθελαν να γιορτάσουν τη γνωριμία τους.

Βρήκαν ανενόχλητοι τραπέζι, αν και τη βγάλανε περισσότερο με ένα ποτήρι στο χέρι, κολλημένοι ο ένας πάνω στον άλλον. Η Ελπίδα και η Λίλλη είχαν αφεθεί στο ρυθμό της μουσικής και χορεύανε σαν να μην υπάρχει αύριο. Οι νέοι τους «φίλοι», κολακευμένοι από την παρέα των κοριτσιών δεν μπορούσαν να πάρουν τα μάτια τους από πάνω τους. Ο Δημήτρης, ο τολμηρός που τις προσέγγισε, την είχε πάθει με τη Λίλλη ήδη από την αρχή. Και πάνω στη ζέση του χορού, τη ζάλη της μέθης και την ξεγνοιασιά της στιγμής το μοιραίο ήταν αναπόφευκτο.

Η Ελπίδα, χαρούμενη και ικανοποιημένη από την έκβαση των πραγμάτων, πονοκεφαλιασμένη, ωστόσο, από τον κόσμο και τη βαβούρα θέλησε να βγει από μέσα να ξεσκάσει. Το κερασάκι στην τούρτα που την έβγαλε τελικά έξω ήταν μια μάταιη, αλλά αρκετά φιλόδοξη προσπάθεια ωμού πεσίματος από τον χοντρούλη της παρέας. Όχι ότι έφταιγε η διάπλαση του παιδιού, αλλά το όχι είναι όχι, ρε φίλε. Και ο συγκεκριμένος δεν έλεγε να καταλάβει ευγενικά. Οπότε η διαφυγή της ήταν μάλλον σωτήρια. Ευτυχώς που δεν την ακολούθησε μετά.

Πήγε και σωριάστηκε στο πρώτο  άδειο πεζούλι που βρήκε, καθώς τα άλλα ήταν γεμάτα ζευγαράκια που φασώνονταν. Η νύχτα της φαινόταν ατελείωτη και ήθελε να πάει για ύπνο. Αλλά δεν μπορούσε να αφήσει τη φίλη της στις χερούκλες ενός πολύ ωραίου αγνώστου. Οπότε έκατσε εκεί και περίμενε.

– «Ελπίδα; Άκουσε μια αρκετά οικεία φωνή», που της πήρε λίγα δευτερόλεπτα μέχρι να την αναγνωρίσει.

– «Παύλο, τι κάνεις εδώ; Και γιατί ήρθατε εδώ; Μονολόγησε πιάνοντας και τρίβοντας το κεφάλι της».Την πόναγε λίγο.

Φαινόταν από χιλιόμετρα ότι ήταν ένα όρθιο -μάλλον καθιστό- χάλι. Χωρίς δεύτερη σκέψη, ο Παύλος έκατσε δίπλα της και την έβαλε να κουρνιάσει στον ώμο του. Αμέσως η Ελπίδα ένιωσε τη ζεστασιά που χρειαζόταν, την στιγμή που τη χρειαζόταν, από τον άνθρωπο που χρειαζόταν και ξέχασε και δήθεν αντιπαλότητες και παραξενιές. Αφού είχε δίπλα τον καλύτερο της φίλο, όλα ήταν τέλεια.

– «Δεν ήξερα ότι θα ερχόσασταν εδώ. Είπαμε κι εμείς να πάμε κάπου πολύ χαλαρά φέτος να γλιτώσουμε τα περσινά ξεφτιλίκια της Ίου. Δεν προλάβαμε να μιλήσουμε και σαν άνθρωποι», κατάφερε τελικά να πει για να σπάσει τη σιωπή και την αμηχανία.

– «Το ξέρω, βλαμμένε», τον πείραξε και του γέλασε. «Δεν πειράζει που ήρθατε. Εμένα τουλάχιστον. Αλλά είμαι σε δύσκολη θέση μωρέ. Αν και την άλλη μέσα δεν την είδα να δυσκολεύεται και πολύ».

– «Τι εννοείς;», ρώτησε αυτός για ξεκάρφωμα.

– «Ε τι καταλαβαίνεις κι εσύ τώρα! Και για πες μιας και που σε έχω εδώ», της ήρθε αναλαμπή. «Γιατί δεν μου είχες πει τίποτα βρε βλαμμένο;»

– «Τι εννοείς;». Το βιολί του ο Παύλος.

-«Ότι είχε λήξει προ πολλού. Και δεν μου είχατε πει τίποτα! Βλαμμένα!», του απεύθυνθηκε η Ελπίδα νευριασμένα.

Σαν να συννέφιασε λίγο ο Παύλος. Αλλά ήταν πανέτοιμος να εξηγήσει.

-«Ναι, σχετικά με αυτό…», έκανε μια παύση, πρέπει να σου μιλήσω γενικά. Αλλά τώρα δεν είναι η κατάλληλη στιγμή.

– «Τι λες, μωρέ, που δεν είναι», είπε η Ελπίδα και ανασηκώθηκε. Είχε ξυπνήσει για τα καλά τώρα.

– «Άσε, θα τα πούμε άλλη φορά αυτά», επέμενε αυτός.

– «Μα τι είναι τόσο κακό, επιτέλους, που δεν μου λες;! Η άλλη να το καταλάβω, είναι περίεργη! Αλλά εσύ γιατί δεν μου λες; Νιώθω ότι με έχετε στην απέξω χωρίς λόγο. Τι συμβαίνει;»

Και σε εκείνη την επίμαχη φάση περνάει η Λίλλη από μπροστά τους με τον γκόμενο-Δημήτρη μέσα στα γέλια και τα χαχανητά. Ήταν τόσο μεθυσμένη από το ποτό και τη χαρά που ούτε που τους είδε τους άλλους δύο. Ο Παύλος και η Ελπίδα έμειναν με το στόμα ανοιχτό από το θέαμα. Η Ελπίδα, όμως, σηκώθηκε απότομα, καθώς κατάλαβε ότι είχε έρθει η ώρα να μαζευτούν. Κυρίως να μαζέψει τη Λίλλη.

– «Φεύγεις;», απόρησε ο Παύλος.

– «Για σήμερα ναι. Είναι αργά. Τι αργά, δηλαδή; Νωρίς. Σε λίγο ξημερώνει. Θα τα ξαναπούμε αύριο. Θα πάμε Πλατύ Γιαλό για μπάνιο, αλλά μυστικό», του είπε κλείνοντάς του το μάτι. Τώρα έπρεπε να παραλάβει το άλλο όρθιο πτώμα, πριν αρχίσουν τα έκτροπα. Τα υπόλοιπα θα τα λέγανε την επομένη. Ήλπιζε, τουλάχιστον, γιατί κάτι την έτρωγε. Και πολύ μάλιστα.