Ζήτημα ποιότητας

Ζήτημα ποιότητας

Του Στέφανου Φραγκόπουλου, εξωτερικού μας συνεργάτη. Φοιτητής Νομικής (ΕΚΠΑ) και απόφοιτος του Τμήματος Πολιτικής Επιστήμης και Δημόσιας Διοίκησης (ΕΚΠΑ)

Η συζήτηση που αναπτύχθηκε τελευταία γύρω από το νομοσχέδιο της κυβέρνησης για τον γάμο και την τεκνοθεσία από ομοφυλόφιλα ζευγάρια έφερε στο προσκήνιο ένα άλλο θέμα, που ανάγεται στη λειτουργία του πολιτεύματός μας, την κομματική πειθαρχία. Η σχετική πρωτοβουλία του Πρωθυπουργού προκάλεσε αντιδράσεις στο εσωτερικό του κυβερνώντος κόμματος, καθώς αρκετά μέλη της συντηρητικής παράταξης εξέφρασαν τις αντιρρήσεις τους δημόσια, προαναγγέλλοντας ότι είτε θα απόσχουν από την ψηφοφορία, είτε θα καταψηφίσουν. Ανάμεσά τους ο πρώην Πρωθυπουργός Αντώνης Σαμαράς, ο Υπουργός Επικρατείας Μάκης Βορίδης και αρκετοί βουλευτές (Άννα Καραμανλή, Μάξιμος Χαρακόπουλος, Ανδρέας Κατσανιώτης κα). Είναι δυνατόν βουλευτές και Υπουργοί να καταψηφίζουν πρωτοβουλία της Κυβέρνησης την οποία στηρίζουν και να παραμένουν στις θέσεις τους;

Οι βουλευτές βάσει Συντάγματος έχουν απεριόριστο το δικαίωμα γνώμης και ψήφου κατά συνείδηση (άρθρο 60 παρ.1), είναι βουλευτές «ελεύθερης εντολής». Επίσης είναι αντιπρόσωποι του Έθνους (άρθρο 51 παρ.2), όχι των ψηφοφόρων της εκλογικής τους περιφέρειας, ούτε του κόμματος με το οποίο εκλέγονται. Η βουλευτική ιδιότητα είναι ανεξάρτητη της ένταξης σε κοινοβουλευτική ομάδα κόμματος. Εάν τυχόν ένας βουλευτής διαφωνήσει με την γραμμή του κόμματος, σύνηθες είναι να διαγράφεται από τον επικεφαλής της κοινοβουλευτικής ομάδας, η κύρωση αυτή όμως είναι πολιτική και όχι νομική. Ο βουλευτής διατηρεί την ιδιότητά του και καμία υποχρέωση δεν έχει να «παραδώσει» την έδρα στο κόμμα με το οποίο εξελέγη. Ούτε βεβαίως υπόκειται σε ανάκληση από τους ψηφοφόρους της περιφέρειάς του αν τυχόν ψηφίσει διαφορετικά σε σχέση με τις προεκλογικές του εξαγγελίες (το Σύνταγμά μας δεν αναγνωρίζει την «επιτακτική εντολή»).Η κομματική πειθαρχία είναι αποκλειστικά πολιτικό ζήτημα και όχι νομικό.

Φυσικά δεν μπορούμε να παραβλέψουμε τον σημαίνοντα ρόλο που διαδραματίζουν στη λειτουργία της σύγχρονης Δημοκρατίας τα κόμματα (δεν θα ήταν υπερβολικός ο χαρακτηρισμός της ως «κομματικής»). Πέραν της συνταγματικής τους κατοχύρωσης (άρθρο 29) και του ρόλου τους στην ανάδειξη του Πρωθυπουργού (άρθρο 37), τα κόμματα αποτελούν τον συνδετικό κρίκο μεταξύ των οργάνων του κράτους και της κοινωνίας των πολιτών. Είναι πολιτικές συσσωματώσεις εντός των οποίων λαμβάνουν χώρα ιδεολογικές ζυμώσεις, εκπονούνται προγράμματα για τη διαχείριση του κοινού βίου τα οποία τίθενται στην κρίση του εκλογικού σώματος και γενικότερα συμβάλλουν στη λειτουργία του πολιτεύματός μας. Ωστόσο το γεγονός πως το πολίτευμα λειτουργεί με αυτόν τον τρόπο δεν σημαίνει πως στον βωμό της κομματικής πειθαρχίας πρέπει να θυσιάζονται οι θεμελιώδεις αρχές του, μεταξύ των οποίων και η αντιπροσωπευτική αρχή, εκδήλωση της οποίας είναι ο βουλευτής “ελεύθερης εντολής”. Ζητήματα αρχών και ηθικών αξιών, τα οποία θίγει το επίμαχο νομοσχέδιο, συνιστούν τον πυρήνα του απεριόριστου δικαιώματος γνώμης και ψήφου και όσοι βουλευτές εξέφρασαν τις διαφωνίες τους καλώς έπραξαν.

Το ανωτέρω δικαίωμα των βουλευτών δεν αμφισβητήθηκε στον δημόσιο διάλογο. Όμως η σαφής και ανεπιφύλακτη διαφοροποίηση του Μάκη Βορίδη, από τη στιγμή που ο Πρωθυπουργός ανακοίνωσε τη σχετική πρωτοβουλία, ώθησε αρκετούς από τους υποστηρικτές του νομοσχεδίου καθώς και κόμματα της αντιπολίτευσης να ζητήσουν την παραίτησή του ή την αποπομπή του από το Υπουργικό Συμβούλιο. Επικαλούνται το άρθρο 85 του Συντάγματος, που καθιερώνει την πολιτική ευθύνη των Υπουργών, συλλογική και ατομική εκάστου εξ αυτών. Στην ατομική ευθύνη εμπίπτουν τόσο πράξεις-παραλείψεις των υφισταμένων οργάνων, όσο και γενικότερες αποτυχίες στην εφαρμογή δημοσίων πολιτικών του Υπουργείου του οποίου προΐστανται. Οι επικριτές της στάσης του Υπουργού Επικρατείας επικαλούνται τη συλλογική πολιτική ευθύνη, ειδικότερα πως η άρνηση Υπουργού σε τυχόν νομοσχέδιο συνιστά αντίθεση και τροχοπέδη στην κυβερνητική πολιτική και πως αυτομάτως τον θέτει εκτός Κυβέρνησης. Παραβλέπουν δύο δεδομένα: πρώτον, τη βαρύτητα του εκάστοτε νομοσχεδίου. Στη συγκεκριμένη περίπτωση πρόκειται για ένα νομοσχέδιο με σαφώς κοινωνικό χαρακτήρα που εμπλέκει θέματα συνείδησης και αξιακών πεποιθήσεων, όχι για τον προϋπολογισμό του κράτους ή μία εμβληματική κυβερνητική πρωτοβουλία προς υλοποίηση προεκλογικής εξαγγελίας. Από τη στιγμή που ο συγκεκριμένος Υπουργός έχει και τη βουλευτική ιδιότητα, και στην περίπτωσή του μπορεί να εφαρμοστεί απαρέγκλιτα η ελευθερία γνώμης και ψήφου. Το άρθρο 60 δεν εκτοπίζεται από το άρθρο 85 περί πολιτικής ευθύνης του Υπουργικού Συμβουλίου. Δεύτερον, το άρθρο 37 παρ. 1 του Συντάγματος ορίζει πως οι Υπουργοί διορίζονται και παύονται από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, ύστερα από πρόταση του Πρωθυπουργού. Εναπόκειται στον ίδιο να κρίνει αν κάποιος Υπουργός αποτελεί εμπόδιο στην υλοποίηση της κυβερνητικής πολιτικής και να ζητήσει την παραίτησή του ή να τον αποπέμψει από το Υπουργικό Συμβούλιο. Άλλωστε, η αντιπολίτευση έχει στη διάθεσή της το σημαντικότερο μέσο κοινοβουλευτικού ελέγχου, την πρόταση δυσπιστίας κατά της Κυβέρνησης ή και μέλους της ατομικά (άρθρο 84 Σ). Κάθε Υπουργός εξακολουθεί να λογοδοτεί στο Κοινοβούλιο, όπως προσήκει σε ένα κοινοβουλευτικό σύστημα διακυβέρνησης.

Αναντίρρητα υπάρχουν και πολιτικές παράμετροι. Από τη στιγμή που ο Υπουργός Επικρατείας επιλέγει την αποχή και όχι την ευθεία σύγκρουση με την Κυβέρνηση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης αποφάσισε να μην δώσει συνέχεια στο θέμα. Ειδικά από τη στιγμή που ο Μάκης Βορίδης, όντας αρμόδιος για τον συντονισμό του κοινοβουλευτικού έργου της Κυβέρνησης, αναλαμβάνει την προώθηση και την υπεράσπιση των νομοσχεδίων σε μία Βουλή με τρία κόμματα δεξιότερα της Νέας Δημοκρατίας. Δεδομένης της συντηρητικής ιδεολογίας του Υπουργού του, ο Πρωθυπουργός προφανώς έλαβε υπόψη του και αυτήν την παράμετρο, εν όψει της -εκτός απροόπτου- ψήφισης του νομοσχεδίου και της πιθανής αντίδρασης των συντηρητικών ψηφοφόρων της Νέας Δημοκρατίας. Είναι εύλογο να θέλει “να καλύψει τα νώτα” εκ δεξιών του, εν όψει και των ευρωεκλογών του Ιουνίου.

Ανεξαρτήτως του πολιτικού παρασκηνίου, οι αντιδράσεις στο εσωτερικό της κυβερνώσας παράταξης μας έφεραν ξανά αντιμέτωπους με τη δαμόκλειο σπάθη της κομματικής πειθαρχίας, έστω και σε θεωρητικό επίπεδο. Το φαινόμενο αυτό στην πράξη υπονομεύει την ανεξαρτησία των βουλευτών και ενισχύει έτι περαιτέρω τον πρωθυπουργοκεντρικό χαρακτήρα του πολιτεύματός μας. Σε ένα περιβάλλον έλλειψης θεσμικών αντιβάρων, όπου η ανεξαρτησία της Δικαιοσύνης αμφισβητείται, ο Τύπος είναι έρμαιο επιχειρηματικών και κομματικών συμφερόντων και οι Ανεξάρτητες Αρχές λοιδορούνται, ας έχουμε μία Βουλή με βουλευτές που δεν θα διστάζουν να εκφέρουν την προσωπική τους άποψη, υπερβαίνοντας τις κομματικές ταυτίσεις. Είναι ζήτημα ποιότητας της Δημοκρατίας.

+ posts

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *